Φωτογραφίες: Σοφία Μανώλη

Είναι δύσκολο να περιγράψω τι σημαίνει να ακούς τη Ρομίνα Μπάσσο να τραγουδά. Γιατί έχουν τοσο χρησιμοποιηθεί τα επίθετα και τα υπερθετικά, που όταν τα έχουμε ανάγκη για να μιλήσουμε για κάτι μοναδικό, βρίσκουμε φθαρμένα πλέον τα εργαλεία. Δεν είναι μόνο η μαγεία της φωνής της – είναι, άλλωστε, μια από τις κορυφαίες μέτζο σοπράνο του μπαρόκ ρεπερτορίου. Η δραματική ένταση της ερμηνείας της είναι τέτοια, που δεν μπορεί κανείς να μην παρασυρθεί. Κι η γοητεία της είναι εξίσου μεγάλη όταν συνομιλεί κανείς μαζί της, κι ανακαλύπτει την αφοπλιστική της σεμνότητα. Αυτή τη φορά, και με τη συνδρομή του κοινού μας φίλου, “συνήθους υπόπτου” και εξαιρετικού μαέστρου Μάρκελλου Χρυσικόπουλου, πέρα από τη συζήτηση περί τέχνης, παρασυρθήκαμε και στην εξιστόρηση διάφορων ντελιριακών περιστατικών που δεν φανταζόμουν πως θα άκουγα όταν καθίσαμε να κουβεντιάσουμε. Η σύμπνοια, η συνενοχή κι η αλληλοσυμπλήρωση ανάμεσά τους συνέβαλαν καθοριστικά στο τελικό αποτέλεσμα. Ο διάλογος έγινε αποκλειστικώς στα ιταλικά, και σίγουρα κάτι χάνεται στην απόδοσή του στη γλώσσα μας – αλλά δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα… Απολαύστε υπεύθυνα!

Και πάλι στην Ελλάδα, κοντά μας…  Ρ.Μ. Ναι, τι ωραία! Σκεφτόμουν στην πτήση την τελευταία φορά που ήρθα στην Ελλάδα. Πρέπει να ήταν πριν από πέντε περίπου χρόνια με το Lamento, στο Μέγαρο.

Υπερβολικά πολύς καιρός… Μ.Χ. Εγώ της λέω να έρθει, αλλά εκείνη μου λέει πως δεν θέλει να αφήσει την Ιταλία και τα σπαγγέτι της… Ρ.Μ. Ψέμα, από το μυαλό του τα βγάζει! Δεν τρώω καν ζυμαρικά!

Δεν το πιστεύω, ο Μάρκελλος δεν κάνει τέτοια πράγματα… Μ.Χ. Ας μη θυμηθούμε εδώ τι έχουμε κάνει και μαζί…

Ουδέν  σχόλιον… Ρομίνα, πώς είναι το ελληνικό κοινό σε σχέση με τη μουσική που εσείς υπηρετείτε – αυτή του μπαρόκ, που απευθύνεται σε μάλλον μυημένους ακροατές;  Δύσκολη ερώτηση… Αλλά θα προσπαθήσω να απαντήσω με την ειλικρίνεια που με χαρακτηρίζει πάντα. Ίσως η παλαιά μουσική να μην είναι εδώ τόσο δημοφιλής όσο σε άλλα μέρη, όπως, για παράδειγμα, στην Ιταλία. Δεν είναι ούτε τόσο γνωστή, ούτε τόσο αγαπητή – αυτό είναι σίγουρο. Όμως το όνομα του Βιβάλντι είναι παγκοσμίως γνωστό, και πιστεύω πως όταν κατονομάζεται ο Βιβάλντι και οργανώνεται μια συναυλία με δικά του έργα, κι έτσι η επιτυχία όποιος κι αν τραγουδά, όποιοι κι αν παίζουν, είναι εξασφαλισμένη, αυτός ο συνθέτης είναι  πολύ ισχυρό δέλεαρ για το κοινό. Γιατί η ιδέα που έχουμε για τον Βιβάλντι είναι πως πρόκειται για εξαιρετικό συνθέτη.  Όμως το ωραίο είναι πως είναι και εξαιρετικά απρόβλεπτος. Και το ακόμα πιο ωραίο, που συνδέεται με το απρόβλεπτο, είναι πως αυτό ακριβώς το απρόβλεπτο είναι το θεμελιώδες παιχνίδι της παλαιάς μουσικής. Αυτή είναι η ταπεινότατη άποψή μου.

Τι είναι αυτό που κάνει τον Βιβάλντι τόσο διαφορετικό; Μιλάτε με κάποια που είναι τρελή για τον Βιβάλντι. Είναι όπως όταν βλέπετε ένα ρούχο σε μια βιτρίνα και λέτε: αυτό είναι φτιαγμένο για μένα! Ενώ σε κάποια άλλα θα πείτε: Ε, έτσι κι έτσι… Μιλάτε λοιπόν με κάποια που όταν βλέπει γραμμένο και μόνο το όνομα του Βιβάλντι, την υπογραφή του, είναι ευτυχισμένη. Και το να είμαι σε θέση να τον τραγουδήσω έχει υπάρξει από τη μια η μεγάλη μου χαρά, γιατί τον ανακάλυψα όταν ήμουν πολύ νέα, κι από την άλλη τεράστια τύχη, γιατί είναι αλήθεια πως αν είμαι κάπως γνωστή, το οφείλω κυρίως στο ότι είμαι συνδεδεμένη με το ρεπερτόριο και το όνομα του Βιβάλντι. Σε τι είναι διαφορετικός; Πρώτα απ’ όλα, αποτελεί ένα χωριστό, δικό του πλανήτη. Γιατί, σε διαφοροποίηση, για παράδειγμα, από τους Χαίντελ, Σκαρλάτι, Πόρπορα, χρησιμοποιεί πολύ λιγότερη ενορχήστρωση σε ότι αφορά τη σύλληψη της φωνής,  κι έτσι αφήνει πολύ μεγαλύτερη ελευθερία. Και γι αυτό είναι που μου αρέσει. Γιατί είναι η ελευθερία της επινόησης κι η ελευθερία του αυτοσχεδιασμού, και εν τέλει η ελευθερία της προσωπικής έκφρασης. Γι αυτό και υπάρχουν συνθέτες με τους οποίους αισθανόμαστε πιο συνδεδεμένοι, κι  άλλοι που είναι σαν να στέκουν στο πλευρό μας. Για μένα, ο Βιβάλντι βαδίζει μαζί μου. Όχι απλώς μου αρέσει, βαδίζουμε μαζί.

Μάρκελλε, πότε γνωριστήκατε με τη Ρομίνα; Μ.Χ. Το 2008, για μια συναυλία στην Κύπρο. Εκλήθην να αντικαταστήσω έναν μεγάλο μαέστρο και τσεμπαλίστα, τον Αντρέα Μαρκόν,  που είχα γνωρίσει σε ένα master class, κι οποίος, θυμάμαι, δεν με είχε καν ακούσει να παίζω: είχαμε μιλήσει είχαμε συζητήσει, ανταλλάξει ιδέες, τον είχα πρήξει πιθανώς… Και μετά, αυτός είχε μια συναυλία με τη Ρομίνα και δεν μπορούσε να πάει. Τότε της έδωσε μια λίστα με ονόματα, και με επέλεξε για κάποιο λόγο που δεν γνωρίζω – πιθανώς πως ήμουν έλληνας κι η συναυλία ήταν στην Κύπρο… Ρ.Μ. Μα ναι, ήταν μια επιλογή καθαρά γεωγραφική! Αρκετά πρόσωπα από τη λίστα τα απέκλεισα εξ αρχής. Κι ύστερα είπα: Συγνώμη, εγώ πάω εκεί, έχω δύο ημέρες για πρόβα, είναι πιο απλό να είναι ένας έλληνας παρά να είμαστε δύο ιταλοί που θα κάνουν πρόβες στην Ιταλία. Θα πάω εκεί, θα κάνουμε πρόβα, ο Μαρκόν μού είπε πως είναι θαυμάσιος, οπότε κι εγώ θα είμαι ηρεμότατη! Μ.Χ. Θυμάμαι πολύ καλά εκείνη την εποχή. Ήταν μια περίοδος που ακόμα η ζωή στην Ελλάδα ήταν πολύ εύκολη. Δεν είχα ανάγκη να δουλεύω τόσο πολύ. Μπορούσα να βγάζω τα προς το ζην με το παραπάνω, κι όλη μου η ζωή ήταν να βγαίνω, να χορεύω, να πίνω, κι όχι να παίζω όλη την ώρα τσέμπαλο. Θυμάμαι  πως δεν είχα κοιτάξει το email μου επί δύο εβδομάδες, πράγμα που τώρα μου φαίνεται τρελό, γιατί πλέον πρέπει να τα τσεκάρω τουλάχιστον δέκα φορές την ημέρα! Ρ.Μ. Αν θυμάμαι καλά, είχες μάλιστα να πας στη Νέα Υόρκη. Μ.Χ. Ακριβώς! Με την τότε φίλη μου, είχαμε κανονίσει εκείνες τις ημέρες να πάμε διακοπές στη Νέα Υόρκη για δύο εβδομάδες! Κι ανοίγω το mail μου, και βλέπω ένα μήνυμα από μια διεύθυνση που δεν γνωρίζω, και μου λέει ένα παράξενο πράγμα, κάτι σε σχέση με τον Μαρκόν κι ότι με περιμένουν στην Κύπρο! Στην αρχή νόμισα πως πρόκειται για φάρσα, ότι κάποιος με κοροϊδεύει!

Ρ.Μ. Μα κι εμείς περιμέναμε, κι εκείνος δεν απαντούσε! Είχαμε φτάσει μια εβδομάδα πριν, και δεν ήξερα ούτε καν αν θα κάνουμε τελικά εκείνη τη συναυλία! Μ. Χ. Μα κι εγώ, σίγουρος πως πρόκειται για φάρσα, δεν απάντησα αμέσως! Κι όταν το έκανα, ήταν με πολύ καχυποψία: Εγώ, θα αντικαθιστούσα τον μαέστρο Αντρέα Μαρκόν σε ένα διεθνές φεστιβάλ στην Κύπρο; Αυτό ήταν ανήκουστο! Κι όταν κατάλαβα πως ήταν αληθινό, υπήρχε στη μέση το ταξίδι με τη φίλη μου, που ήταν κανονισμένο εδώ και έξι μήνες, κι εκείνη είχε γίνει ολίγον έξαλλη, πρέπει να πω. Και της λέω θα ζητήσω, εφόσον θα χάσω το αεροπορικό μου εισιτήριο, 600 ευρώ επιπλέον στην αμοιβή μου! Αν μου τα δώσουν, θα πάω… Κοντολογίς, ήμουν ένα πρόσωπο στην Ελλάδα που δεν κοιτάζει ποτέ τα mail του, κι όταν τα λάβει, κατόπιν είναι πεπεισμένος πως πρόκειται για φάρσα, και τέλος ζητά 600 ευρώ επιπλέον για το εισιτήριό του! Και μου τα δίνουν… Τελικώς λοιπόν γράφω στη Ρομίνα – την οποία δεν γνωρίζω: Αγαπητή κυρία Μπάσσο, είμαι αυτός που ζητήσατε, κι αν θέλετε έρχομαι στην Ιταλία για να κάνουμε πρόβες. Κι εκείνη μου λέει: Όχι, maestro Chryssicopoulos, δεν χρειάζεται! Θα έρθω επί τόπου και θα κάνουμε. Φτάνω λοιπόν στην Κύπρο μια μέρα πριν τη Ρομίνα, και ανοίγω το πρόγραμμα του φεστιβάλ όπου πρόκειται να παίξουμε: πριν από εμάς, είναι η Μάρτα Άργκεριχ! Μια εβδομάδα νωρίτερα, ο Σερ Τζων Έλιοτ Γκάρντινερ!  Και λέω: Παναγία μου, πρέπει να φύγω αμέσως! (Γέλια) Εκείνη την εποχή, δεν είχα ακόμα συνείδηση του τι κολοσσός της τέχνης είμαι, ήμουν μικρός…

Έψαχνες να φύγεις με βάρκα τη νύχτα… Μ.Χ. Κολυμπώντας! (ακράτητα γέλια). Σκέπτομαι λοιπόν πως πρέπει να φύγω, ή να κάνω τον άρρωστο… Πέρασα τρεις ώρες σε αυτή τη βαθιά κρίση. Έπαιρνα και διάφορα χαπάκια γα να κοιμηθώ εκείνη την εποχή, και μπόρεσε να με πάρει ο ύπνος. Αργά το απόγευμα. Φτάνει η Ρομίνα στο ραντεβού και τη βλέπω… Μια πανέμορφη ιταλίδα. Ρ.Μ. Εντάξει, ομορφούλα ήμουν τότε. Μ.Χ. Ήσουν πολύ περισσότερο από αυτό.Είδα μια πολύ όμορφη γυναίκα, αλλά ειδικά στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου στην Κύπρο, μετά από αυτή την  εφιαλτική βραδιά, όπου μπόρεσα να κοιμηθώ με χάπια, ήταν μια οπτασία! Μπαίνουμε, λοιπόν στο αυτοκίνητο, και κάνει μια άγρια ζέστη, από αυτές της Κύπρου. Ρ.Μ. 38 βαθμοί, αλλά με απίστευτη ξηρασία και καυτό αέρα. Και μπαίνουμε σε ένα Spider μικροσκοπικό, που οδηγούσε μια επιβλητική, σωματώδης γυναίκα, κι εμείς μοιάζαμε με νάνους. Και δεν την άφηνα να ανοίξει τον κλιματισμό, γιατί τότε φοβόμουν τρομερά να μην κλείσει η φωνή μου – τώρα έχω γεράσει και δεν φοβάμαι τίποτα! Μ.Χ. …κι εγώ να παρακαλάω να ανοίξουμε τον κλιματισμό, γιατί είναι πραγματικά η κόλαση του Δάντη! Κι εκείνη να λέει: Όχι, σας παρακαλώ, η φωνή μου… Κι εγώ πάλι: Τουλάχιστον να ανοίξουμε το παράθυρο! Κι εκείνη: Όχι, ξέρετε, οι φωνητικές μου χορδές… Και να σκέφτομαι: Αυτή τη γυναίκα θα τη σκοτώσω! Όσα και να μου δίνουν – αρκετά για την εποχή – θέλω τα διπλά! Γιατί πραγματικά το μοναδικό πράγμα που δεν αντέχω είναι η ζέστη, με τρελαίνει…

Ρ.Μ. Δεν σας συνιστώ να ταξιδέψετε με αυτόν τον κύριο το καλοκαίρι, γιατί αν έξω έχει σαράντα βαθμούς, αυτός νιώθει καλά στους δεκαπέντε! Δεκαοκτώ μάξιμουμ! Τέλος πάντων, φτάνουμε στο χώρο της συναυλίας, που ήταν ένα πολύ παλιό πρώην μοναστήρι… Μ.Χ. Εμένα μου φαινόταν σαν χώρος οδοντιατρείου! Αρχίζουμε, λοιπόν, την πρόβα μας, κι ακούω αυτή τη φωνή, που γνωρίζουμε ποια είναι… Αλλά γα μένα το πιο εντυπωσιακό δεν ήταν η φωνή. Ήταν μια τεράστια αγάπη για τη λεπτομέρεια, και μια μεγάλη επιθυμία να κάνει τα πράγματα με τρόπο που δεν της έκανε τη ζωή πιο απλή, να μην παίρνει τον εύκολο δρόμο. Θυμάμαι να κάθομαι στο τσέμπαλο, να κάνει ζέστη και να είμαι ήδη έξαλλος από τη διαδρομή, όμως καθώς παίζω να την ακούω να λέει: Κι αν εδώ κάναμε μια διπλή καντέντσα; Ή μια επιβράδυνση; Κι αν εδώ εγώ κάνω τερτσίνες; Κι αν εδώ πηγαίναμε από σολ ματζόρε σε ντο δίεση.  Όλες αυτές τις ιδέες για τις οποίες εγώ με τους έλληνες συναδέλφους μου εκείνης της εποχής με τους οποίους δούλευα θα μου έλεγαν πως είμαι τρελός, πως είναι αδύνατον να γίνουν, πως δεν είναι καλόγουστες, πως δεν γίνονται, πως δεν είμαστε ικανοί να τις πραγματοποιήσουμε. Και βρίσκω κάποια που δικαιώνει την αντιμετώπιση που είχα προς τη μπαρόκ μουσική, και αιτιολογεί όλη μου τη ζωή και τη μουσική μου διαδρομή. Και τη στιγμή που παίζω αναρωτιέμαι: είναι αλήθεια ή όχι; Έτσι είναι ή δεν κατάλαβα καλά; Είναι όπως εγώ, ή κάνω λάθος; Και τελικώς πείθομαι πως ναι, είσαι εσύ… Ρ.Μ. Εγώ θυμάμαι να δοκιμάζουμε ένα κομμάτι από αυτά που θα παίζαμε, κι εκείνος να μου λέει: Μην ανησυχείς, θα το κάνω λιγάκι τζαζ. Κι εγω να σκέφτομαι: Ω θεέ μου… Τι θα πει, θα το κάνω λιγάκι τζαζ; Και πρέπει να πω πως, αν ίσως υπήρξα και λιγάκι έμπνευση για το Μάρκελλο, ο Μάρκελλος υπήρξε μεγάλη έμπνευση για μένα. Γιατί με τον τρόπο που λειτουργεί, τον πιο ελεύθερο, που αυτός μπορεί να ονομάζει τζαζ, με έκανε να λέω πολλές φορές στις μαθήτριές μου όταν τους κάνω μάθημα: Κάνε το σαν να τραγουδούσες τζαζ! Κι αμέσως, καθώς μεταφέρονται σε έναν άλλο τρόπο σκέψης, σε μια άλλη νοητική φόρμα, βρίσκουν μια άλλη προσέγγιση, που δεν είναι διαφορετική από τον τρόπο που έκαναν μουσική στην εποχή του μπαρόκ. Ο τρόπος να κάνεις μουσική ο δικός μου και του Μάρκελλου, ίσως να είναι κοντά στο πώς το έκαναν στον καιρό τους οι συνθέτες που ερμηνεύουμε. Η σοβαρότητα, η αυστηρότητα του δρόμου που από μέσα του πρέπει να βρισκόμαστε γιατί έτσι λέει η μουσική φράση. Εμείς έχουμε επιπλέον την τεράστια ευθύνη να επιστρέψουμε στo  πρωταρχικό ζήτημα: να φέρουμε το κοινό κοντά σε αυτή τη μουσική – γιατί και μόνο η λεπτομέρεια του να ονοματίσεις αυτή τη μουσική παλαιά, το απομακρύνει αυτόματα. Αντιθέτως, ο δικός μου τρόπος σκέψης, αλλά και ο τρόπος πραγματοποίησης αυτής της σκέψης, είναι πως παρόλο το γεγονός πως  γνωρίζεις την  επόμενη φράση, πρέπει να καταστήσεις αυτή τη φράση ενδιαφέρουσα – όχι πως δεν είναι αφ’ εαυτού της. Αλλά πρέπει να βρεις τρόπους η φράση αυτή να φτάσει σε όσο περισσότερους ανθρώπους είναι δυνατόν. Είναι αλήθεια πως αυτό συνεχίζει να μου κάνει τη ζωή δύσκολη, γιατί ακόμα και την περασμένη εβδομάδα έγραψα καινούριες παραλλαγές για τις άριες που πρόκειται να τραγουδήσω – και το έχω κάνει τόσες φορές… Όμως δεν μου αρέσει να κάνω πάντοτε τα ίδια πράγματα, γιατί, εγώ η ίδια είμαι διαφορετική από αυτό που ήμουν πριν ένα χρόνο, πριν ένα μήνα, πριν δέκα μέρες. Το πρόσωπο λοιπόν που έγραψε τις παραλλαγές το 2008, όταν έκανα για πρώτη φορά τον Ορλάντο με τον Μαρκόν, στην Αγία Καικιλία στη Ρώμη, δεν είμαι πια εγώ, είμαι μια άλλη.

Μ.Χ. Θα πρέπει να πούμε δυστυχώς πως δεν είναι μόνο ζήτημα προσέγγισης αυτής της μουσικής, Ο τρόπος να κάνει κανείς μουσική τώρα– και μιλάω από πλευράς κοινωνικής, αλλά πάνω από όλα οικονομικής – δεν επιτρέπει να παίρνεις ρίσκα.  Όταν κάνουμε συναυλίες όπου οι σολίστες φτάνουν την παραμονή ή και την ίδια τη μέρα της συναυλίας, πόσα ρίσκα μπορείς να πάρεις; Πόσες ελευθερίες μπορείς να πάρεις, πόσα διαφορετικά, καινούρια πράγματα μπορείς να κάνεις; Δεν υπάρχουν τέτοια πράγματα. Δεν έχουμε ποτέ το χρόνο – ή για να το πούμε διαφορετικά, δεν υπάρχουν ποτέ τα χρήματα. Γι αυτό κι είναι μια τεράστια χαρά για μένα, για μας, για την Καμεράτα, να έχουμε τη Ρομίνα μαζί μας. Αλλά ειδικά σε αυτές τις ελάχιστες περιστάσεις το χρόνο που έχουμε τη δυνατότητα να βρισκόμαστε με τη Ρομίνα χωρίς τη βιασύνη μιας συναυλίας, αυτό είναι μεγάλο δώρο. Δεν συμβαίνει όμως συχνά. Είμαστε όλοι θύματα ενός τρόπου ζωής πολύ διαφορετικού από αυτόν του Βιβάλντι, ή και από τον δικό μας πριν από δέκα ή δεκαπέντε χρόνια. Πάντως σε μένα η Ρομίνα χρησιμεύει για να μου θυμίζει ότι υπάρχει ένας διαφορετικός τρόπος για να κάνουμε τα πράγματα.

Για κάποιο λόγο πιστεύω – κι αυτό ισχύει και για τη μουσική, αλλά και για άλλες μορφές τέχνης – πως όταν ο δρόμος είναι υπερβολικά εύκολος, κάτι δεν πάει καλά. Ρ.Μ. Παραμένουμε στην επιφάνεια. Μ.Χ. Εσείς στο θέατρο, ακόμα και τώρα, έχετε διαφορετικές πολυτέλειες. Ακόμα κι αν ένας σκηνοθέτης κάνει κάτι πασίγνωστο, Άμλετ ή Ιούλιο Καίσαρα, ξεκινούν να γνωριστούν, κάνουν αυτοσχεδιασμούς, δοκιμάζουν πράγματα που ποτέ δεν θα μπουν στην παράσταση, κι ύστερα από τρεις μήνες καταλήγουν να παρουσιάσουν παράσταση. Εγώ πάλι, ήδη από την πρώτη πρόβα της ορχήστρας, πρέπει να είμαι ήδη σίγουρος για τον εαυτό μου  για το τι ακριβώς θέλω να ακούσω.

Τρεις μήνες πρόβα… ίσως πριν δέκα χρόνια! Μ.Χ. Δύο μήνες τώρα; Δεν είναι κακό… Κι αυτό για μας εμφανίζεται ως «πρόβλημα» όταν, με τους Latintas Nostra δουλεύουμε με σκηνοθέτες θεάτρου, που έχουν ρυθμούς τους οποίους πραγματικά ζηλεύω. Που για τη δική μας ζωή του μουσικού είναι εντελώς αδύνατοι.

Κι εγώ όταν ακούω μουσικούς να λένε: Θα κάνουμε δύο πρόβες και θα παίξουμε, αναρωτιέμαι πώς γίνεται: τι θα πει δύο πρόβες; Ρ.Μ. Δύο πρόβες θα πει να παίζουμε τα πράγματα ακριβώς όπως είναι γραμμένα, τη σωστή στιγμή, και να είμαστε πολύ σίγουροι για τον εαυτό μας. και να μη ρισκάρουμε απολύτως τίποτα. Να βρίσκεσαι δηλαδή μέσα σε ένα καβούκι. Εγώ, από χαρακτήρα, δεν μπορώ να βρίσκομαι μέσα σε καβούκι. Και νομίζω πως αν κάποιος θέλει να φτάσει στο μουσικό μου μήνυμα, νομίζω πως είναι αυτό ενός προσώπου το οποίο τη στιγμή που τραγουδά, λέει κάτι που έχει να κάνει και με τον εαυτό του μέσω της μουσικής του συνθέτη που ερμηνεύει. Μ.Χ. Εγώ θα προσέθετα πως το μεγάλο μάθημα για όλους όταν κάνουν μουσική με έναν άνθρωπο όπως η Ρομίνα, είναι αυτή η εντύπωση πως κάθε απόφαση, κάθε νότα, κάθε ανάσα, είναι μια απόφαση ζωής. Κι αυτό είναι κάτι ακόμα που ζηλεύω, όπου έχουμε τόσα να μάθουμε από τους ηθοποιούς: πεθαίνουν επί σκηνής δέκα φορές την ημέρα, ενώ εμείς καθόμαστε και παίζουμε, άνετοι. Είναι ωραίο να είσαι άνετος. Κι εμένα μου λείπει συχνά, το ομολογώ. Όμως όσο είμαστε άνετοι, δεν μπορούμε να φτάσουμε πολύ βαθιά, πολύ μακριά μέσα στα πράγματα. Οι άντοι δρόμοι δυστυχώς είναι πολύ σύντομοι. Εγώ δεν τραγουδώ. Όμως για μένα, η ανάσα δεν βρίσκεται εκεί μόνο για να συνεχίζουμε να ζούμε. Η ανάσα βρίσκεται εκεί για να δίνει μια μορφή στη μουσική φράση.

Ρομίνα, τέχνη και ζωή πώς συνδυάζονται; Δεν τα καταβροχθίζει η τέχνη όλα; Είναι τόσο δύσκολο… Η μουσική είναι ένα άγριο ζώο. Πάντα το έλεγα πως είναι ένα μεγάλο, κακό ζώο. Γιατί από τη στιγμή που μπαίνεις σε αυτή, δεν μπορείς να κάνεις χωρίς αυτή. Μπορείς να είσαι μακριά της, όμως κάποια στιγμή σε καλεί. Και δεν είναι εύκολο πράγμα αυτό. Επίσης, εμείς οι τραγουδιστές έχουμε και να πολεμήσουμε καθημερινά με τις προκαταλήψεις όλων των άλλων μουσικών, για τους οποίους είμαστε εκείνοι που ανοίγουν το στόμα τους και εκπνέουν. Γι αυτό κι είναι ακόμα πιο σημαντικό, κι αυτό προέκυψε από τη δική μου γενιά τραγουδιστών, να καταφέρεις να δημιουργήσεις ένα χάσμα μέσα σε αυτή τη φρικτή και ειλικρινά αδικαιολόγητη προκατάληψη – κυρίως μέσα στο ιταλικό λυρικό περιβάλλον – όπου θεωρείται πως όποιος κάνει παλαιά μουσική, έχει λίγη φωνή! Το ίδιο κι όποιος κάνει φωνητική μουσική δωματίου. Προφανώς αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν ακούσει ποτέ την Christa Ludwig να τραγουδάει Μάλερ σε διεύθυνση του Μπερνστάιν, δεν το γνωρίζω, ίσως να μην έχουν ακούσει ποτέ το Wunderhorn… Και δεν νομίζω πως η Christa Ludwig έχει καμιά φωνούλα… Υπάρχει λοιπόν όλη αυτή η διαστρωμάτωση των προκαταλήψεων, ενάντια στις οποίες εγώ έπρεπε να πολεμήσω. Όταν εγώ έκανα το ντεμπούτο μου, ήμουν είκοσι ετών και ήμουν στη χορωδία στην Arena di Verona, και  είχα την Grace Bumbry ως Κάρμεν, και τον Piero Cappuccilli ως Σκάρπια.  Κι αν έμαθα κάτι, είναι πως τόσες και τόσες συνάδελφοί  μου όπως κι εγώ στη χορωδία – όπου ήμουν η μικρότερη σε ηλικία  – εείχαν μια τεράστια αυτοεκτίμηση, κι η ίδια η Grace Bumbry όταν περνούσαμε από την Piazza Bra κι εκείνη έτρωγε με το σύζυγό της σε ένα υπέροχο μικρό εστιατόριο που δεν υπάρχει δυστυχώς πια, εμείς την κοιτούσαμε μαγεμένες, κι εκείνη μας έκανε μια μικρή υπόκλιση με το κεφάλι και μας έλεγε: Buongiorno! Το μεγαλείο προέρχεται από τον άνθρωπο, όχι από την τραγουδίστρια. Παρόλο που είναι μια απίστευτη τραγουδίστρια. Αλλά είναι το μεγαλείο του ανθρώπου. Αν είσαι ένας ωραίος άνθρωπος, μπορείς και να κατανοήσεις πως δεν μπορείς να μένεις στην επιφάνεια της μουσικής. Τουλάχιστον αυτό πιστεύω εγώ. κι υπάρχουν τόσο πολλά ταλέντα… Υπάρχουν φωνές καταλληλότερες για μουσική πιο ενορχηστρωμένη, όπως είναι για παράδειγμα ο Μπαχ, η γερμανική σχολή. κι υπάρχουν κι οι άνθρωποι με μεγάλη ευαισθησία, στους οποίους δυστυχώς ανήκω κι εγώ – και λέω δυστυχώς, γιατί με τη μεγάλη ευαισθησία δεν ζεις και πολύ καλά. Όμως ξέρεις – ή τουλάχιστον τώρα το ξέρω – πως τουλάχιστον  ένας, δύο ή δέκα ανθρώπους που ακούν αυτό που κάνω, θα βγουν από τη συναυλία και θα πουν: θα ψάξω να βρω αυτό το κομμάτι του Βιβάλντι. Και θα πάω να βρω και ποιος άλλος το έχει τραγουδήσει. Και θα δω και τι άλλο δικό του μπορώ να βρω να ακούσω. Για μένα, αυτό είναι πολύ μεγάλο πράγμα. Γιατί σημαίνει πως είμαστε ένα όργανο, ένα ενδιάμεσο ανάμεσα στο κοινό κι αυτόν που συνέθεσε αυτό που παίζουμε και τραγουδάμε. Αγαπώ τους ευαίσθητους ανθρώπους, αλλά αναγνωρίζω πως το να ζεις με αυτή δεν είναι εύκολο σ’ αυτό τον κόσμο. Και πρέπει να απαρνηθείς πολλά πράγματα. Και πρέπει να κλείσεις κατάμουτρα την πόρτα σε πολύ κόσμο. Όμως, αν έχεις μέσα σου τη δύναμη ή την αποφασιστικότητα, τότε μπορείς να κοιτάζεις στον καθρέφτη και να λες: είμαι εγώ, και δεν έχω γίνει κάτι άλλο. Αν μόνο  καταλάβαινε κανείς πόσο περιττά και επιφανειακά είναι πράγματα όπως οι επιτηδευμένες συμπεριφορές, όπως οι διαφορετικοί τρόποι να μιλάς… Έτσι δυστυχώς έχουν γίνει τώρα τα πράγματα. Ο κόσμος της παλιάς μουσικής, όταν τον πλησίασα εγώ, ήταν ένα νησί πολύ ευτυχισμένο και πολύ απομακρυσμένο – μάλλον ακριβώς γι αυτό ήταν ευτυχισμένο. Τώρα πλέον είναι εξαιρετικά μολυσμένο. Επειδή κάποιοι θεωρούν πως μπορεί να λειτουργήσει ως ένα  τραμπολίνο για να εκτοξεύσει κανείς μια καριέρα, κυρίως φωνητική, επειδή είναι πιο εύκολο. Τώρα αν η παλαιά μουσική είναι εύκολη, τότε εγώ είμαι η βασίλισσα Ελισάβετ, μαζί με την κορώνα της!

Η Romina Basso θα ερμηνεύσει άριες από έργα του Antonio Vivaldi, με συνοδεία των μουσικών της Καμεράτα – Ορχήστρας των Φίλων της Μουσικής, σε διεύθυνση του Μάρκελλου Χρυσικόπουλου. Τη Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου στις 20.30 στην Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος.