Βρισκόμαστε στο φινάλε μιας σαιζόν απελπιστικής – από πλευράς δημιουργικής, εμπορικής, ψυχολογίας και διάθεσης δημιουργών και κοινού, αλλά πάνω απ’ όλα λόγω παγίωσης ενός εφιαλτικού καθεστώτος όπου μια χούφτα ανθρώπων του χρήματος παντελώς ασχέτων με τη δημιουργία, έχουν βρεθεί κυρίαρχοι του παιχνιδιού στο ελληνικό θέατρο, του οποίου το ψυχορραγόν σώμα θα εξακολουθήσουν να απομυζούν ως παράσιτα, μέχρι που να μην απομείνει παρά μόνο το κουφάρι. Κάποιος μου είπε, ίσως εύστοχα: η περίοδος χάριτος μετά τον κόβιντ έληξε οριστικά. Παρόλο που το πάλαι ποτέ η Κυριακή των Βαΐων σηματοδοτούσε το τέλος της θεατρικής περιόδου, μετά το Πάσχα αναμένεται ένας ιλιγγιώδης για την εποχή αριθμός από πρεμιέρες –άνω των 50 και η καταμέτρηση συνεχίζεται! Παρόλα αυτά, αποφάσισα να κάνω μια ανασκόπηση των μέχρι σήμερα θεατρικών πεπραγμένων κι αν –όπως όλα δείχνουν- στις μεταπασχαλινές παραστάσεις συγκαταλέγονται και κάποιες αξιόλογες και σημαντικές, εδώ είμαστε να μιλήσουμε γι αυτές.
Η σειρά των ανθολογούμενων παρατάσεων –πλην της πρώτης, που θεωρώ πως ξεχώρισε δικαιωματικά- δεν είναι αξιολογική. Ούτε και θα μπορούσε να είναι, καθώς περιλαμβάνονται δουλειές εντελώς διαφορετικές, όχι μόνο σε ύφος και χαρακτήρα, αλλά και σε μέγεθος παραγωγής: είτε μιλά κανείς εγκωμιαστικά είτε επικριτικά, δεν μπορεί να κρίνει με τα ίδια μέτρα και σταθμά μια παραγωγή του Εθνικού ή της Στέγης, ενός οικονομικά κραταιού ιδιώτη και ενός μεγάλου θεάτρου, με ομάδες που ιδίοις αναλώμασι και χωρίς καμιά υποστήριξη –πλην πού και πού μιας πενιχρότατης επιχορήγησης από το υπουργείο- πασχίζουν να δημιουργήσουν και να δείξουν τις –συχνά σημαντικές- δυνατότητές τους.
Και πριν αναφερθώ στις δουλειές που ξεχώρισαν, θα πω πως ίσως είναι η τελευταία χρονιά που θα αντισταθώ στον πειρασμό να απονείμω και …«βατόμουρα»: πέραν από το γεγονός πως, εκτός από το καλό, πρέπει και το κακό να λέγεται κάποτε, σκέφτομαι πως θα είναι ενδιαφέρον να δοκιμάσουμε το χιούμορ, αλλά και τις αντοχές στην εποικοδομητική κριτική όσων θα βραβευτούν με το εύγευστο, αλλά διόλου επιθυμητό εν λόγω φρούτο. Στη χώρα που ανθεί φαιδρά πορτοκαλέα, αλλά και πολλά άλλα φαιδρά, η σοβαρότητα παραμένει ουσιώδες εν ανεπαρκεία, αλλά η σοβαροφάνεια περισσεύει.
«Η δύναμη της συνήθειας» του Τόμας Μπέρνχαρντ, σκηνοθεσία: Γιάννος Περλέγκας. Η παράσταση της χρονιάς. Ο Περλέγκας, εμμονικός με τον συγγραφέα, αλλά και εμμονικός με τη δουλειά του, επανήλθε στην παράσταση που ανέβασε για πρώτη φορά πέρυσι, αλλάζοντας εκ βάθρων σχεδόν τα πάντα. Το αποτέλεσμα τον δικαίωσε: μια δουλειά μεστή και βαθιά, πολυδαίδαλη αλλά σαφής, γεμάτη πικρό γέλιο αλλά και σπαρακτική. Οι νέοι ηθοποιοί, ένας κι ένας, κατέθεσαν εγγυήσεις για το μέλλον.

«Απόψε κανείς δεν πεθαίνει», κείμενο – δραματουργία: Κωνσταντίνος Μαυρόπουλος-Βίβιαν Στεργίου, σκηνοθεσία: Αικατερίνη Παπαγεωργίου. Όταν η παράσταση ξεκίνησε, ήταν ένα μεγάλο «φτου ξελευτερία» σε μια σαιζόν που μέχρι τότε δεν είχε να παρουσιάσει σχεδόν τίποτα. Μια δουλειά-υπόδειγμα ισορροπίας ανάμεσα σε γέλιο και συγκίνηση, ειρωνεία και ποίηση, πανέξυπνα στημένη και σκηνοθετημένη. Και το βασικότερο όλων: μια δουλειά ομάδας. Η Ελίζα Σκολίδη, ο Αλέξανδρος Βάρθης και ο Τάσος Λέκκας θεωρώ πως δεν χρειάζονται πλέον συστάσεις. Η Αλεξάνδρα Μαρτίνη εξελίσσεται τόσο γρήγορα και θεαματικά, που αναρωτιέμαι που θα φτάσει σε λίγα χρόνια. Ευφρόσυνη προσθήκη ο ευφυέστατος Νίκος Γιαλελής. Όμως ας μου επιτραπεί να επισημάνω ιδιαιτέρως τον Φάνη Μιλλεούνη, που για δεύτερη φορά μετά το «Μεμοράντουμ» με καταπλήσσει με τη στόφα και τη λιτότητά του.

«Ιβάνοφ!» του Άντον Τσέχωφ, σκηνοθεσία: Γιάννης Χουβαρδάς. Πόσους σκηνοθέτες ξέρουμε που να εξακολουθούν να εξελίσσουν διαρκώς τη δική τους σκηνική γλώσσα επί τόσα χρόνια; Τα σκηνικά του μωσαϊκά, ανάλογα με το βαθμό επιτυχίας τους, μπορούν να γίνουν από επιβλητικές τοιχογραφίες μέχρι δυσανάγνωστα μουτζουρωμένα σκίτσα. Όμως ο πολύπειρος Χουβαρδάς δεν διστάζει, γιατί γνωρίζει πως ο μόνος τρόπος να μην αποτύχει κανείς ποτέ, είναι να μην δοκιμάζει τίποτα. Εκείνος εξακολουθεί να τολμά. Και την περίπτωση του «Ιβάνοφ!», με λαμπρά αποτελέσματα. Συνεργαζόμενος κυρίως με ένα σταθερό πυρήνα ηθοποιών με τον οποίο έχει κατακτήσει σχέσεις συνεννόησης και συνενοχής, και με έναν Αργύρη Ξάφη σε μεγάλη στιγμή στον επώνυμο ρόλο, καταθέτει μια ανάγνωση του δύσκολου και πολυδαίδαλου τσεχωφικού κειμένου που χαράσσεται στη μνήμη. Σαρωτικός ο Blaine L. Reininger, που με τη μουσική του χτίζει τη ραχοκοκκαλιά της παράστασης και τη διατρέχει μαεστρικά με δραματικότητα και χιούμορ. Ο σκηνοθέτης του γνώριζε σε πόσο σίγουρα χέρια εμπιστεύτηκε μια τόσο σημαντική λειτουργία.

«Ιεροτελεστία» του Γκιγιώμ Πουά, σκηνοθεσία: Χρήστος Θεοδωρίδης. Ένα έργο με τη μορφή αλλεπάλληλων μονολόγων, δεν μπορεί παρά να είναι άνισο: είναι αδύνατον να είναι όλοι ισάξιοι. Κάποιοι είναι πανίσχυροι, κάποιοι πιο αδύναμοι, άλλοι μοιάζουν να έχουν γραφτεί κατ’ επιταγήν του πνεύματος των καιρών που απαιτεί την ενασχόληση με ορισμένες θεματολογίες κι άλλοι καθηλώνουν με την αλήθεια τους. Πάντως, το να μην κουράζει καθόλου μια τρίωρη παράσταση είναι από μόνο του επίτευγμα. Όμως το ισχυρότερο στοιχείο της παράστασης του Χρήστου Θεοδωρίδη είναι η δύναμη της σκηνοθετικής γραμμής, που όχι μόνο αποσπά λαμπρές ερμηνείες από όλη του τη διανομή, αλλά και επιτυγχάνει να βρίσκονται όλοι στην κατεύθυνση, στην ίδια παράσταση –των θεσπέσιων δύο μουσικών μη εξαιρουμένων: δεν είναι διόλου αυτονόητο για έργο αποτελούμενο από μονόλογους. Ας μου επιτραπεί να ξεχωρίσω τον σεμνό, αλλά πάντοτε ουσιαστικό και πολύτιμο λειτουργό της υποκριτικής τέχνης Ανδρέα Νάτσιο. Δηλώνω ταπεινός θαυμαστής του.

«Ο μαγεμένος βοσκός» του Σπυρίδωνος Περεσιάδη, σκηνοθεσία: Γιάννης Σκουρλέτης. Απίστευτα συγκινητικό και μόνο το γεγονός της ανακάλυψης ενός χαμένου εδώ και έναν αιώνα έργου του συγγραφέα της «Γκόλφως». Όμως ο Σκουρλέτης δεν αρκείται σε αυτό: δουλεύοντας με νέους ηθοποιούς, εξακολουθεί να εμβαθύνει στη λοξή του ματιά προς την ελληνικότητα, στην κατεύθυνση που ο ίδιος δημιούργησε και κατέκτησε εδώ και χρόνια. Αφορμη να συνειδητοποιήσουμε πόση ανάγκη έχουμε από τέτοιους εμμονικούς, επίμονους και ποιητικούς δημιουργούς. Αναρωτιέμαι και αναμένω: πότε επιτέλους θα δούμε τον Γιάννη Σκουρλέτη να σκηνοθετεί στην Επίδαυρο; Ακούει κανείς εκεί έξω;

«Δύο ή τρία πράγματα που ξέρω γι αυτόν», κείμενο: Μιχάλης Πητίδης, Ανέστης Αζάς και η ομάδα, σκηνοθεσία: Ανέστης Αζάς. Αβίαστη συγκίνηση, εξομολογήσεις χωρίς εξιδανίκευση και πηγαίο, ξεκαρδιστικό γέλιο: τι άλλο να θελήσει κανείς για μια απολαυστική θεατρική βραδιά; Αναλυτικότερη αποτίμηση της παράστασης: «Δύο ή τρία πράγματα που ξέρω γι αυτόν» του Ανέστη Αζά: Τόλμη, χιούμορ και εντιμότητα – Artivist

«Ο βυσσινόκηπος» του Άντον Τσέχωφ, σκηνοθεσία: Έκτορας Λυγίζος. Μια από αυτές τις αθάνατες ιστορίες που μόνο το θέατρο μπορεί να αφηγηθεί, και που είναι δουλειά ενός Εθνικού θεάτρου να τις αφηγείται –ενός Εθνικού που δείχνει να βρίσκεται σε καλή στιγμή. Από τις ευτυχέστερες δημιουργίες του Έκτορα Λυγίζου, με μια διανομή με χορική λειτουργία. Αναλυτικότερη αποτίμηση της παράστασης: «Ο Βυσσινόκηπος» του Άντον Τσέχωφ, σκην. Έκτορας Λυγίζος: Ανατέμνοντας την τραγωδία της γελοιότητας – Artivist

«Βουργουνδία», κείμενο: Βαγγέλης Κυριακού, σκηνοθεσία: Κατερίνα Σκουρλή. Η άφατη χαρά της ανακάλυψης μιας νέας ομάδας που ονομ΄΄αζεται «Αθώο Σώμα» και δουλεύει σκληρά και με ουσιαστικό αποτέλεσμα. Εμπνευσμένη δραματουργία –η αχίλλειος πτέρνα του ελληνικού θεάτρου- βασισμένη στην «Υβόννη» του Γκομπρόβιτς, σκηνοθεσία με χειρουργικές ακρίβειες, λαμπροί νέοι ηθοποιοί που δεν παρεπιδημούν καθημερινώς στα κουτσομπολιά πρωινών και μεσημεριανών εκπομπών.Αναλυτικότερη αποτίμηση της παράστασης: «Βουργουνδία» από την ομάδα Αθώο Σώμα: Δραματουργικό επίτευγμα, υποκριτικό κέντημα – Artivist«

«Κατάρρευση» του Φ.Σ. Φιτζέραλντ, σκηνοθεσία: Γιώργος Σϊμωνας. Πώς να ξεφύγει κανείς από το ρεαλισμό που υποβόσκει απειλητικός στα περισσότερα σπουδαία κείμενα του 20ου αιώνα που προέρχονται από τις Η.Π.Α.; Ιδού μια σκηνοθεσία που προσφέρει μια εξαιρετικά αποτελεσματική απάντηση. Εκεί που οι θεατρικές μεταφορές λογοτεχνικών έργων αποδεικνύονται μάστιγα, ο Γιώργος Σίμωνας επιτυγχάνει μια διασκευή που άνετα θα έπειθε πως το κείμενο είχε γραφτεί απευθείας για το θέατρο. Ακόμα μια σπουδαία ομάδα ερμηνευτών που θα άξιζαν να είναι γνωστότεροι κι εύχομαι να γίνουν. Αναλυτικότερη αποτίμηση της παράστασης: «Η Κατάρρευση» του Φ. Σ. Φιτζέραλντ, σκηνοθεσία Γιώργος Σίμωνας: Μαγεία και όχι ρεαλισμός – Artivist

«Νοχαβελάνδη» του Γιάννη Αποσκίτη, σκηνοθεσία: Γιώργος Βουρδαμής. Μια από τις λίγες απολαύσεις που μας προσέφερε το πρώτο μισό της σαιζόν. Ένα ντελιριακό κείμενο, ίσως το επιτυχέστερο του νέου και δικαίως ανερχόμενου συγγραφέα του, ευτύχησε να μετατραπεί σε παράσταση-χάρμα από τέσσερις δαιμόνιους ερμηνευτές/περφόρμερς, ένας των οποίων ανέλαβε και τη σκηνοθεσία και επέτυχε –τι υπέροχο όταν καταρρίπτονται κάποιο κανόνες, οι οποίοι γενικώς παραμένουν πολύτιμοι και αδιάψευστοι: «Ποτέ μην σκηνοθετείς και παίζεις ταυτόχρονα». Παιγνιώδες και ουσιαστικό, ευφυές χωρίς να είναι εξυπνακίστικο. Μαζί με το «Δύο ή τρία πράγματα που ξέρω γι αυτόν», οι μοναδικές στιγμές της σαιζόν που μας χάρισαν γέλιο χωρίς ενοχές.

«Ο,τι φοβάμαι έχει ήδη συμβεί» της Τζόαν Ντίντιον , σκηνοθεσία-ερμηνεία: Μαρίτα Τζατζαδάκη. Μια μοναχική και μοναδική περίπτωση παράστασης -μια κατηγορία από μόνη της- που παρουσιάστηκε σε μη θεατρικό χώρο και μάλλον δεν έλαβε τη δημοσιότητα που της έπρεπε. Κείμενο που δεν γράφτηκε για το θέατρο, με περισσότερες παγίδες κι από ναρκοπέδιο, που εκτελέστηκε άψογα: προς στιγμήν πίστεψα πως τα εξιστορούμενα είχαν πραγματικά συμβεί στην ηθοποιό και σκηνοθέτιδα. Φαινομενική ερμηνευτική ψυχρότητα, που ανασύρει τη συγκίνηση με τρόπο υποδόριο. Από τις φορές που έχω αναρωτηθεί πώς γινόταν να μη γνωρίζω μέχρι τώρα αυτή την ηθοποιό –τελικώς απεδείχθη πως την είχα δει και στο παρελθόν, πολύ αδέξια σκηνοθετημένη. Συγκρατήστε το όνομά της και δεν θα χάσετε.
Κάποιες από αυτές τις παραστάσεις συνεχίζονται ακόμα, ενώ άλλες πρόκειται να επαναληφθούν. Αναζητήστε τες, αξίζει τον κόπο.

