Η ημέρα του θανάτου του Παύλου Σιδηρόπουλου υπήρξε, για όλους εμάς που ήμασταν τότε σε μετεφηβική ηλικία, μια πληγή που δεν έκλεισε ποτέ. O μαγικότερος ερμηνευτής της ελληνικής ροκ που είχαμε δει στη σκηνή, αυτός που με τα τραγούδια του έμοιαζε να μας ακούει στις δύσκολες στιγμές μας και να μας παίρνει από το χέρι, είχε φύγει ξαφνικά κι αδόκητα. Ήταν μια είδηση που όλοι φοβόμασταν πως θα ακούσουμε κάποια στιγμή, κι απλά ευχόμασταν αυτή η στιγμή να μην έλθει ποτέ. Χρόνια αργότερα, στην εικοστή επέτειο από το χαμό του, στο ραδιοφωνικό αφιέρωμα που ετοίμαζα για τον Παύλο, με τίμησε με την παρουσία του ο ίδιος ο ντράμερ του στους Απροσάρμοστους: ο Κυριάκος Δαρίβας. Πέρα από την έντονη συγκίνηση, εκείνη η βραδιά μού χάρισε έναν από τους ακριβότερους φίλους μου στο μουσικό χώρο, έναν άνθρωπο αληθινό διαμάντι.
Άλλα δεκαέξι χρόνια αργότερα, ο Κυριάκος Δαρίβας μου μιλά για την «Γιορτή για τον Παύλο», το υπέροχο εγχείρημά του των τελευταίων χρόνων, κι η συγκίνηση παραμένει έντονη κι απαράλλαχτη. Ραντεβού την Παρασκευή στην Τεχνόπολη, με ξεχωριστές προσωπικότητες της ελληνικής ροκ που αγάπησαν και αγαπούν τον Παύλο. Θα είμαστε όλοι εκεί.

Φέτος λοιπόν έχουμε μια καλοκαιρινή γιορτή για τον Παύλο και όχι  μόνο την καθιερωμένη επετειακή δεκεμβριανή.

Κ.Δ. Κατ’ αρχάς, να θυμηθούμε ότι και πέρυσι, την ίδια σχεδόν εποχή, η Γιορτή για τον Παύλο στην Τεχνόπολη ήταν πάρα πολύ ωραία και με πολύ κόσμο. Επί σκηνής ήμασταν 15 άτομα. Φέτος, μάλλον 20, ζωή να ‘χουμε! Δεν ξέρω πώς προκύπτει αυτή η διαρκής αύξηση, αλλά σε κάθε περίπτωση μού αρέσει· μια χαρά είναι.

Τι θα παρουσιάσετε;

Κ.Δ. Αυτό που κάνουμε εδώ και 4 χρόνια, αφότου συστάθηκε αυτή η ομάδα: τη γιορτή για τον Παύλο. Το κριτήριό μου για την επιλογή των μουσικών που συμμετέχουν ήταν τρία πράγματα: ο σεβασμός, η αγάπη και η γνώση. Γνώση του έργου του Παύλου, αλλά και αγάπη και σεβασμός για αυτό που πρόκειται να κάνεις. Δεν με ενδιέφεραν ποτέ τα «μεγάλα ονόματα» και οι δήθεν τεράστιοι μουσικοί. Ήθελα ανθρώπους που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο είχαν και έχουν μια προσωπική σχέση με τον Παύλο. Αυτό ήταν για μένα το άλφα και το ωμέγα.

Πάνω σε αυτή την προσπάθεια, με αρκετό κόπο —αφού τίποτα δεν γίνεται εύκολα— καταφέραμε να μαζευτούμε. Ελπίζω να τους θυμηθώ όλους. Η βασική ομάδα της γιορτής αποτελείται από εμένα στα τύμπανα, τον Βασίλη Σπυρόπουλο στην κιθάρα, τον Νίκο Εφεντάκη στη δεύτερη κιθάρα, τον Πάνο Γεωργόπουλο στην τρίτη κιθάρα και τον Δημήτρη Παπαδημητρίου στο μπάσο. Καλεσμένοι ερμηνευτές και μουσικοί της γιορτής είναι ο Θοδωρής Κοντάκος  ή Κύριος Κ., ο Φρανκ από τους Panx Romana, ο Γιάννης Γιοκαρίνης, ο Μανώλης Φάμελλος, ο Ασκληπιός Ζαμπέτας, ο Αλέξανδρος  Δάικος, ο Βασίλης  Ράλλης και ο Χρήστος  Βέργος. Επίσης, συμμετέχουν ο Θανάσης Πεθεριώτης, ο Χρήστος Ψαρομηλίγκος στο βιολί, καθώς και ο Κώστας Γαλίτης στο σαξόφωνο και το φλάουτο. Τέλος, την παράσταση πλαισιώνουν η Γεωργία Νταγάκη με τη λύρα της και η Κατερίνα Κυρμιζή. Νομίζω ότι δεν ξέχασα κανέναν.

Πρόκειται για ένα τρίωρο πρόγραμμα. Αυτό που θέλω να τονίσω, και που έχει τεράστια σημασία για μένα, είναι ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι κουβαλούν στις μουσικές «στολές» τους αμέτρητα παράσημα. Όταν, λοιπόν, ήρθε η ώρα να στήσουμε αυτή τη γιορτή, υπήρχε ένα μεταφορόμενο δωμάτιο που έγραφε «Η γιορτή για τον Παύλο». Όλοι τους έβγαλαν αυτές τις στολές με τα χιλιάδες παράσημα, άφησαν απ’ έξω το προσωπικό τους έργο και το εγώ τους —ξέρετε, εμείς οι καλλιτέχνες έχουμε τέτοια θέματα— και μπήκαν μέσα. Με τεράστιο σεβασμό και αγάπη, υπηρέτησαν αποκλειστικά το έργο του Παύλου. Αυτό ακριβώς κάνουμε εδώ και τέσσερα χρόνια.

Πέρα από τις μεγάλες συναυλίες στην Τεχνόπολη, έχουν γίνει και πολλές άλλες. Αυτό που για μένα αποτελεί τη μεγάλη αλλαγή σε σχέση με το παρελθόν, είναι ότι πλέον αυτές οι εκδηλώσεις πραγματοποιούνται παντού. Και στη λεγόμενη επαρχία.

Κ.Δ. Ναι, πράγματι έτσι είναι, Γιώργο. Παλαιότερα, με τα παιδιά, τους άλλους «Απροσάρμοστους», παίζαμε μόνο μία φορά τον χρόνο στο «Κύτταρο» —αυτή την κλασική, επετειακή συναυλία— και τίποτα άλλο. Από τη στιγμή που σταματήσαμε και ο καθένας τράβηξε τον δρόμο του, εγώ προσωπικά επέλεξα να συνεχίσω. Και θα συνεχίζω όσο μπορώ και όσο αναπνέω να υπηρετώ το έργο του Παύλου με αυτόν τον τρόπο.

Έτσι, προχωρήσαμε και ανοίξαμε αυτό το εγχείρημα πολύ περισσότερο. Σήμερα, η κατάσταση δεν έχει καμία σχέση με το παρελθόν. Έρχεται πολύς κόσμος και συμμετέχουν καλλιτέχνες από διαφορετικές μουσικές «οικογένειες». Έχουμε το πανκ των Panx Romana, το ροκ του Στέλιου Σαλβαδόρ (Μωρά στη Φωτιά), τον Θοδωρή Κονταξή (Κος Κ.), τον Βασίλη Ράλλη, αλλά και την πιο έντεχνη χροιά του Αλέξανδρου Δάικου. Όλη αυτή η πολυσυλλεκτικότητα προσέλκυσε ένα κοινό που μέχρι πρότινος γνώριζε τον Παύλο Σιδηρόπουλο μόνο από το «Να μ’ αγαπάς», το «Ροκ εν ρολ στο κρεβάτι» ή τις συνεργασίες του, άντε κι από το «Ο Μπάμπης ο Φλου». Αυτός ο κόσμος ήρθε αρχικά για να ακούσει τους δικούς του αγαπημένους καλλιτέχνες, αλλά ταυτόχρονα ανακάλυψε και το συνολικό έργο του Παύλου. Αυτή η εξέλιξη είναι εξαιρετικά ευχάριστη και τη βλέπουμε να αποδίδει καρπούς.

Πλέον ταξιδεύουμε και στην επαρχία. Η δίψα και η λαχτάρα του κόσμου εκεί δεν περιγράφεται. Ήταν μεγάλη αδικία που δεν πηγαίναμε τόσα χρόνια, αν και δεν έχει σημασία τώρα να αναλύσουμε τους λόγους. Είναι συγκινητικό να βλέπεις πώς αντιδρά ο κόσμος, τόσο οι μεγαλύτεροι όσο και οι νεότεροι. Το περίεργο είναι ότι στην Αθήνα οι πιτσιρικάδες βρίσκουν πιο εύκολα τον τρόπο να ανακαλύψουν τον Παύλο. Στην επαρχία τα πράγματα είναι πιο δύσκολα. Παρόλα αυτά, στις συναυλίες μας βλέπουμε μπροστά-μπροστά τη νεολαία, παιδιά από 15 έως 20 ετών. Αυτή είναι και η ειδοποιός διαφορά: αυτό που συμβαίνει είναι μια πραγματική γιορτή, από όποια πλευρά κι αν το εξετάσεις.

Αυτό ακριβώς ήταν το επόμενο που ήθελα να σε ρωτήσω: σχετικά με τις ηλικιακές ομάδες του κοινού σας. Σίγουρα υπάρχουμε κι εμείς που προλάβαμε τον Παύλο, τον είδαμε ζωντανά και έχουμε αναμνήσεις από εκείνον. Ωστόσο, δεν νομίζω ότι αποτελούμε πλέον τον πυρήνα του κοινού σας.

Κ.Δ. Όχι βέβαια! Ζήτημα είναι αν αποτελούμε το ένα τρίτο του κοινού, ίσως και λιγότερο. Πάντα είχα την απορία για το πώς τον ανακαλύπτουν οι νεότεροι. Μάλιστα, στις συναυλίες μας, όταν προλογίζω τη «Γιορτή», απευθύνομαι συχνά στα παιδιά των 15 και 20 ετών που κάθονται στις πρώτες σειρές και τα ρωτάω: «Πού τον βρήκατε τον Παύλο;». Σήμερα δεν παίζεται σχεδόν πουθενά — ούτε στο ραδιόφωνο, ούτε στην τηλεόραση, ούτε στον έντυπο τύπο. Κι όμως, συνεχίζουν να τον ανακαλύπτουν. Όταν ρώτησα κάποια παιδιά σε μια συναυλία μας στη Θεσσαλονίκη, μου έδωσαν μια πολύ απλή και λογική εξήγηση: τον έμαθαν από τους γονείς τους ή από φίλους τους που είχαν ήδη μια επαφή με τη μουσική του. Φυσικά, Γιώργο, αυτό απαιτεί και μια προσωπική αναζήτηση· πρέπει να έχεις πραγματική όρεξη για να κάτσεις να ανακαλύψεις έναν τέτοιον καλλιτέχνη. Το σημαντικό είναι ότι, από τη στιγμή που τον ανακαλύπτουν, συνδέονται μαζί του και μένουν εκεί. Γι’ αυτό και το κοινό μας ανανεώνεται ηλικιακά κάθε χρόνο.

Αν θυμηθώ πώς ένιωσα εγώ όταν τον πρωτοάκουσα σε νεαρή ηλικία, ο Παύλος είχε την ικανότητα να ξεκλειδώνει τις σκέψεις μου μέσα από την ποίηση. Μίλησε για όλα όσα μας απασχολούσαν: για τις σχέσεις, τους έρωτες, τα προβλήματα, τα αδιέξοδα και τις οικογενειακές συγκρούσεις που όλοι κρύβουμε μέσα μας. Ο Παύλος εξέφρασε όλα αυτά τα βιώματα χρησιμοποιώντας τόσο όμορφες λέξεις, αποτυπώνοντάς τα ακριβώς όπως θα θέλαμε να τα πούμε κι εμείς, αλλά δεν είχαμε τον τρόπο. Σε αυτό ακριβώς το στοιχείο κρύβεται, κατά τη γνώμη μου, η διαχρονικότητά του. Είναι ίσως το πιο ουσιαστικό συστατικό ολόκληρου του έργου του.

Πολύ σωστά. Ας θυμηθούμε όμως πώς ξεκίνησε αυτή η προσπάθεια. Πότε πραγματοποιήθηκε η πρώτη «Γιορτή για τον Παύλο» και τι θυμάσαι από εκείνη την πρώτη φορά;

Κ.Δ.  Η πρώτη επίσημη «Γιορτή για τον Παύλο» έγινε τον Δεκέμβριο του 2022. Ήταν αμέσως μετά την τελευταία μας επετειακή συναυλία με τα παιδιά (Σ.Σ. τους Απροσάρμοστους) στο Κύτταρο και τη μετέπειτα διάλυση του σχήματος. Την επόμενη μέρα ο Βασίλης Στάης, ο οποίος είναι υπεύθυνος προγράμματος στο Κύτταρο και χρόνια φίλος και συμπαραστάτης μας, με ρώτησε: «Κυριάκο, τι κάνουμε τώρα;». Του απάντησα ότι είχα ένα σχέδιο στο μυαλό μου τα τελευταία πέντε χρόνια, επειδή βλέπαμε όλοι ότι η προηγούμενη κατάσταση κάποια στιγμή θα έφτανε στο τέλος της. Το μόνο που απέμενε ήταν να βρω τους κατάλληλους ανθρώπους.

Έχει μάλιστα λίγη πλάκα το πώς ξεκίνησε, καθότι οι πρώτοι στους οποίους απευθύνθηκα ήταν ο Δημήτρης Πουλικάκος, ο Γιάννης Γιοκαρίνης, ο Βαγγέλης Γερμανός, ο Νίκος Ζιώγαλας και ο Γιώργος Δημητριάδης. Όλοι τους, με ένα στόμα, μου είπαν αμέσως: «Ό,τι θέλεις, Κυριάκο, είμαστε μαζί σου». Όταν όμως άρχισαν να πλησιάζουν οι ημερομηνίες για τις πρόβες, άρχισαν και τα αναμενόμενα κωλύματα: «Κυριάκο μου, έχω δική μου συναυλία τότε», «Παίζω την ίδια μέρα κάπου αλλού» κλπ. Τελικά, κανείς από αυτούς τους σπουδαίους φίλους δεν κατάφερε να έρθει λόγω ανειλημμένων υποχρεώσεων.

Μοιραία, λοιπόν, στράφηκα σε άλλες λύσεις. Σε εκείνο το σημείο με βοήθησε πολύ η ομάδα του Κυττάρου. Μέσω αυτών γνώρισα τον Φρανκ από τους Panx Romana, ο οποίος είναι –και το λέω απερίφραστα– ένα από τα καλύτερα παιδιά στον χώρο μας. Ο Φρανκ όχι μόνο δέχτηκε να συμμετάσχει, αλλά με βοήθησε ουσιαστικά να βρω κι άλλους μουσικούς, κάνοντας πράξη αυτό που είχα στο κεφάλι μου. Ευτυχώς, βέβαια, διέθετα ήδη μια πολύ στιβαρή βάση. Είχα μαζί μου τον Δημήτρη Παπαδημητρίου στο μπάσο και τον Νίκο Εφεντάκη στην κιθάρα, με τους οποίους παίζαμε μαζί στο σχήμα του Πουλικάκου για σχεδόν 20 χρόνια. Οπότε, υπήρχε τουλάχιστον ένας έτοιμος μουσικός πυρήνας.

Οι πρόβες που ακολούθησαν έγιναν με «αίμα, δάκρυα και ιδρώτα». Είχα στο μυαλό μου ένα πολύ συγκεκριμένο όραμα, το οποίο δεν ήταν καθόλου εύκολο να μεταφερθεί, παρότι μιλούσα σε ανθρώπους που ήταν βαθιοί γνώστες της μουσικής του Παύλου. Το μεγάλο μου ζητούμενο ήταν να αποδώσουμε σωστά την ατμόσφαιρα των τραγουδιών.

Τελικά φτάνουμε στη βραδιά της συναυλίας. Αν και παίζω τόσα χρόνια με τη μισή ελληνική ροκ σκηνή και γενικά είμαι αρκετά αγχωτικός ως άνθρωπος, δεν είχα αγχωθεί ποτέ ξανά στη ζωή μου για live, ούτε στο ελάχιστο. Εκείνη η βραδιά, όμως, ήταν η μοναδική εξαίρεση. Αγχώθηκα τρομερά. Και δεν ήταν το άγχος για το αν θα γεμίσει ο χώρος, αλλά για το αν θα περάσει τελικά στο κοινό αυτό που με τόσο κόπο είχαμε φτιάξει. Όταν ήρθε η ώρα, μέτρησα «ένα, δύο, τρία, τέσσερα» με τις μπαγκέτες, μπήκαμε στο πρώτο κομμάτι και αμέσως είδα όλο τον κόσμο από κάτω να αρχίζει να κουνιέται ρυθμικά. Εκεί ησύχασα. Η ιστορία είχε γραφτεί. Αυτή ήταν η μεγαλύτερη μουσική αγωνία της ζωής μου, αλλά ευτυχώς όλα πήγαν τέλεια σε εκείνη την πανέμορφη βραδιά στο Κύτταρο.

Αν θυμάμαι καλά, όλοι αυτοί που αρχικά σου είπαν «ό,τι θέλεις» αλλά τελικά δεν τα κατάφεραν λόγω προγράμματος, επέστρεψαν τις επόμενες χρονιές, σωστά;

Κ.Δ. Ναι, επέστρεψαν κανονικά. Για παράδειγμα, ο Γιάννης Γιοκαρίνης συμμετείχε και στη φετινή μας εκδήλωση, αλλά και στη συναυλία που δώσαμε στη Θεσσαλονίκη. Δεν έχω παράπονο από κανέναν, προφανώς. Είναι απόλυτα λογικό να μην μπορούν οι άνθρωποι να αναβάλουν τις δικές τους προγραμματισμένες εμφανίσεις επειδή τους κάλεσα εγώ.

Όσον αφορά την Πουλίκα (Σ.Σ. όπως αποκαλούν οι φίλοι το Δημήτρη Πουλικάκο) … μακάρι να βγω ψεύτης, αλλά δυστυχώς δεν ξέρω αν θα τον ξαναδούμε σύντομα στη σκηνή. Μετά το 2022 οι εμφανίσεις του ήταν ελάχιστες και πολύ μετρημένες. Από την άλλη, ο Βαγγέλης Γερμανός μένει πλέον μόνιμα στη Ραφήνα, οπότε του πέφτει λίγο μακριά η όλη μετακίνηση, πράγμα απόλυτα σεβαστό. Ξέρεις όμως, υπάρχουν τόσοι πολλοί αξιόλογοι καλλιτέχνες που θέλουν να τραγουδήσουν για τον Παύλο. Στο λέω με σιγουριά: ακόμα κι αν εγώ αύριο αποχωρήσω από αυτό το εγχείρημα —παρότι το έστησα από το άλφα έως το ωμέγα— ο κόσμος θα παραμείνει ο ίδιος. Θα συνεχίσει να αγκαλιάζει αυτή την προσπάθεια με την ίδια ακριβώς αγάπη, είμαι 100% βέβαιος για αυτό. Επίσης, ο Γιώργος Δημητριάδης έχει έρθει αρκετές φορές. Γενικά, όλοι οι φίλοι, όποτε βρίσκουν χρόνο, έρχονται και συμμετέχουν. Δεν έχω κανένα απολύτως παράπονο από τους καλεσμένους μας.

Θα ήταν άδικο να σου ζητήσω να ξεχωρίσεις μία συγκεκριμένη εμφάνισή σας στην επαρχία και να μας διηγηθείς κάτι που συνέβη εκεί;

Κ.Δ. Όχι, καθόλου άδικο, μπορώ να ξεχωρίσω μία πολύ εύκολα. Ήταν η συναυλία που δώσαμε πρόσφατα, στις 28 Δεκεμβρίου, στην Αποθήκη Γ’ στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Πρόκειται για αυτούς τους τεράστιους, επιβλητικούς χώρους που έχουν διαμορφωθεί κατάλληλα για πολιτιστικές εκδηλώσεις. Ήταν ένα από τα live, Γιώργο μου, όπου η χημεία μεταξύ της μπάντας και του κοινού «έσκασε» στην ατμόσφαιρα και γίναμε όλοι ένα. Όλοι οι μουσικοί το συζητούσαμε εκείνη τη βραδιά, αλλά και το επόμενο πρωί. Προφανώς μετά από κάθε live κάθεσαι και αναλύεις πώς πήγε, αλλά εκείνη η βραδιά είχε κάτι το μαγικό. Δεν ήταν απλώς ότι παίξαμε καλά ή ότι τραγουδήσαμε ωραία· ήταν αυτό το μοναδικό «πάρε-δώσε» και η ενέργεια που ανταλλάξαμε με τον κόσμο. Αν έπρεπε να τη βαθμολογήσω, ίσως να την κατέτασσα και στην πρώτη θέση των αναμνήσεών μου. Φυσικά, έρχεται αμέσως μετά τις μεγάλες, καθιερωμένες επετειακές μας συναυλίες για τον θάνατο του Παύλου, που γίνονται κάθε 6 Δεκεμβρίου στο Κύτταρο. Γενικά όμως, όλες οι βραδιές μας είναι πανέμορφες, κάθε μία έχει τη δική της χάρη. Ειδικά στην επαρχία, άνθρωποι που έβλεπαν αυτή την προσπάθεια για πρώτη φορά έμεναν κυριολεκτικά με το στόμα ανοιχτό. Μας πλησίαζαν και μας έλεγαν: «Ρε παιδιά, έκλεινα τα μάτια μου και ένιωθα ότι άκουγα την αυθεντική μπάντα του Παύλου και τους ίδιους τους ερμηνευτές». Ήταν όλα υπέροχα. Αν όμως πρέπει οπωσδήποτε να ξεχωρίσω μία στιγμή, αυτή της Θεσσαλονίκης ήταν η πιο γλυκιά και η πιο όμορφη από όλες.

Καθώς το σκέφτομαι, συνειδητοποιώ ότι έχουν περάσει πλέον 36 ολόκληρα χρόνια. Είναι πραγματικά απίστευτο.

Κ.Δ. Είναι όντως ένα απίστευτο νούμερο. Είναι ένα νούμερο που δύσκολα το χωράει ο ανθρώπινος νους. Αναρωτιέμαι κι εγώ πώς πέρασαν 36 χρόνια. Κι όμως, είμαι ακόμα εδώ, έχουμε φτιάξει μια μεγάλη μουσική παρέα και παίζουμε τα τραγούδια του Παύλου σαν να μην έφυγε ποτέ· σαν να πρόκειται να ανέβει αύριο στη σκηνή να παίξει μαζί μας ή με τους υπόλοιπους μουσικούς. Έχω δώσει κάποιες λογικές εξηγήσεις μέσα μου, αλλά σίγουρα υπάρχει και ένα κομμάτι που παραμένει ανεξήγητο. Είναι πάρα πολλά τα χρόνια, Γιώργο μου. Έχουν περάσει σχεδόν τέσσερις δεκαετίες που λείπει ο άνθρωπος. Και το εκπληκτικό είναι ότι, αντί αυτή η δυναμική να φθίνει με τον καιρό, μέσα από αυτή τη «Γιορτή» γιγαντώθηκε και μεγάλωσε ακόμα περισσότερο.

Το μόνο αντίστοιχο παράδειγμα που μπορώ να σκεφτώ στην Ελλάδα- όχι απαραίτητα με τη μορφή επετειακών συναυλιών- είναι οι πολύχρονες προσπάθειες που έκανε η αδερφή του Phil Ochs, Sonny, για να κρατήσει ζωντανή την κληρονομιά του.

Ίσως θα έπρεπε να αναζητήσουμε αντίστοιχα παραδείγματα στο εξωτερικό…

Στο εξωτερικό σίγουρα συμβαίνει, αλλά για τα ελληνικά δεδομένα δεν μπορώ να σκεφτώ πολλές παρόμοιες περιπτώσεις. Σκέφτομαι κι εγώ μεγαλόφωνα τώρα, ως ένας μεγάλος θαυμαστής του: είναι σαν να μην τον χορτάσαμε ποτέ, σαν να μην προλάβαμε να ζήσουμε όσο θα θέλαμε τον Παύλο Σιδηρόπουλο. Κάθε φορά, ο κόσμος νιώθει ότι θέλει λίγο ακόμα από εκείνον.

Κ.Δ. Σαφώς! Τον Παύλο τον χορτάσαμε; Σαφώς δεν τον χορτάσαμε. και αυτό ίσως ήταν -όχι ίσως, είμαι σίγουρος ότι ήταν- και ένα από τα παράπονά του: δεν του δόθηκε η πρέπουσα προσοχή, ρε συ. Είχε παράπονο. Είχε μεγάλο παράπονο γι’ αυτό. Θα πεις, δεν βοήθαγε κι αυτός… ΟΚ, αλλά δεν μπορείς να στέκεσαι μόνο στα ναρκωτικά και να τα αφήνεις να επισκιάσουν το έργο του Παύλου. Εν πάση περιπτώσει, έβγαινε και τα καταδίκαζε –όχι μόνο στα τραγούδια του, στο «Εν Λευκώ», αλλά και στα ίδια τα live. Έπιανε κουβέντα με τους «ενδιαφερομένους», να το πούμε έτσι, και τους έλεγε: «Ρε εσείς, μη μασάτε, είναι μια παραμύθα». Αλλά αυτά τα πράγματα πού να τα ξέρει ο κόσμος;

Το θυμάμαι, ήμουν μπροστά.

Κ.Δ. Είχε κάθε δικαίωμα να έχει παράπονο, και πόσω μάλλον μετά. Αλλά έχει πεθάνει τώρα, που ξαφνικά τον ανακάλυψε όλο το σύστημα. Θα μου πεις, τώρα, τον ανακάλυψε το ραδιόφωνο μετά τον θάνατό του; Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα, ρε παιδιά. Είναι ασέβεια. Μας φώναξαν μετά τον θάνατό του να παίξουμε, να εισπράξουν, να εξαργυρώσουν τον μύθο. Οκ, θα μου πεις: Δεν θα πήγαινες; Έπρεπε να πάω. Όχι γιατί μου το ζήτησε το ραδιόφωνο, αλλά για πω: Να ρε παιδιά, αυτό ήταν που έκανε ο Παύλος, ακούστε το. Λοιπόν, ναι, έφυγε και μ’ αυτό το παράπονο: ότι δεν του δώσανε την προσοχή που του άξιζε.

Γιατί πιστεύεις ότι συνέβη αυτό;

Κ.Δ. Γιατί κουβαλούσε πρωτίστως αυτό το στίγμα του ανθρώπου που είχε σχέση με τα ναρκωτικά. Οποία υποκρισία! Σε μια κοινωνία που βράζει, που τα ναρκωτικά μπορείς να τα βρεις από το περίπτερο μέχρι το αστυνομικό τμήμα της γειτονιάς σου, βρήκαμε και δακτυλοδείξαμε τον Παύλο. Είναι ίδιον της ελληνικής κοινωνίας, είναι η υποκρισία της.

Έχουμε πει εκατό φορές την ιστορία, αλλά επειδή, όπως είπες, υπάρχει και νέο κοινό, ας την πούμε άλλη μια φορά: Πώς γνώρισες τον Παύλο και βρέθηκες να παίζεις μαζί του;

Κ.Δ. Τον γνωρίσαμε όλοι μαζί ως μπάντα. Εκείνη την εποχή είχαμε φτιάξει ένα σχήμα εγώ στα τύμπανα, ο Οδυσσέας Γαλανάκης κιθάρα, ο Δημήτρης Δρίβας στο μπάσο και ο Βασίλης Πετρίδης στη δεύτερη κιθάρα. Ήμασταν ένα κλασικό συγκρότημα της γειτονιάς, που κινούμασταν μεταξύ Κουκακίου και Πετραλώνων. Το ορμητήριό μας ήταν το περιβόητο «καμαράκι» του Πετρίδη στα Πετράλωνα. Εκεί μέσα γεννήθηκαν και δοκιμάστηκαν όλα· ό,τι έχεις ακούσει από την ύστερη περίοδο του Παύλου, ξεκίνησε από εκείνο το δωμάτιο. Εκεί, λοιπόν, κάναμε τις πρόβες μας, όταν μια μέρα μας επισκέφτηκε ένας κοινός γνωστός του Βασίλη, ο Λευτέρης Γεωργίου —εύχομαι να είναι καλά ο άνθρωπος όπου κι αν βρίσκεται. Ο Λευτέρης ήταν λίγο μεγαλύτερος από εμάς· εμείς ήμασταν γύρω στα 19, ενώ εκείνος θα ήταν καμιά εικοσιπενταριά χρονών και είχε προσωπική επαφή με τον Παύλο, αν και δεν έμαθα ποτέ πώς ακριβώς γνωρίζονταν. Μας λέει λοιπόν: «Παιδιά, έμαθα ότι ο Σιδηρόπουλος δεν τα βρήκε —για να το θέσω κομψά— με τους Σπυριδούλα, με αποτέλεσμα να διαλυθούν. Τώρα ψάχνει για νέους, πιτσιρικάδες μουσικούς για να στήσει νέα μπάντα. Θέλετε να του προτείνω να έρθει από εδώ;».

Πράγματι, τον Αύγουστο του 1979, ο Παύλος ήρθε σε μια πρόβα μας. Μας άκουσε και αμέσως είπε: «Εδώ είμαι». Κάτι είδε και κάτι άκουσε σε εμάς. Προφανώς παίζαμε καλά· παρά το νεαρό της ηλικίας μας, δεν ήμασταν καθόλου κακοί μουσικοί.

Στην πορεία, βέβαια, υπήρξαν αλλαγές. Ο πρώτος που αποχώρησε ήταν ο Δημήτρης Δρίβας, καθώς ο Παύλος ένιωθε ότι δεν του ταίριαζε απόλυτα ως μπασίστας. Αμέσως μετά, έφυγα εγώ για να υπηρετήσω τη στρατιωτική μου θητεία, οπότε η μπάντα άρχισε να αναζητά νέο ντράμερ. Σε αυτό το σημείο μπαίνει στην ιστορία ο Αλέκος Αράπης, ο οποίος αρχικά έπαιζε τύμπανα —κάτι που πολύς κόσμος δεν γνωρίζει. Ο Αλέκος ήταν μέλος της ευρύτερης παρέας μας από το Κουκάκι, τα Πετράλωνα και τη Νέα Σμύρνη, και πήγε κι αυτός να δοκιμαστεί στα τύμπανα. Στον Παύλο, όμως, δεν άρεσε το παίξιμό του ως ντράμερ. Επειδή όμως ήταν φίλος και δικό μας παιδί, ο Οδυσσέας και η Τζένη, η μητέρα του Παύλου, είπαν: «Ρε συ, αφού ξέρεις να γρατζουνάς λίγο κιθάρα, να βγάζεις ακόρντα και τραγούδια, δεν πιάνεις καλύτερα το μπάσο;». Κι έτσι έγινε η αρχή. Ο Αλέκος Αράπης είναι ένας άνθρωπος γεννημένος για να παίζει μπάσο. Μόλις το έπιασε στα χέρια του, μέσα σε έναν μήνα είχε μάθει να παίζει, και μάλιστα εξαιρετικά καλά. Ήταν πραγματικά το πεπρωμένο του.

Όσο για τα τύμπανα, αφού ο Αλέκος μεταπήδησε στο μπάσο, η μπάντα βρήκε τελικά τον Άκη Σημηριώτη που ανέλαβε τα τύμπανα και ηχογράφησε τον δίσκο «Εν Λευκώ» όσο εγώ υπηρετούσα τη θητεία μου. Μόλις απολύθηκα, επέστρεψα κανονικά στη θέση μου στα τύμπανα. Αυτή είναι, σε γενικές γραμμές, η ιστορία μας. Από εκεί και πέρα, μέχρι και τον θάνατο του Παύλου, υπήρχαν διάφορες αυξομειώσεις και προσωρινές αποχωρήσεις για τον έναν ή τον άλλο λόγο, αλλά στο τέλος πάντα επιστρέφαμε στη βάση μας.

Θέλω να τονίσω ότι, τουλάχιστον για εμένα, ο Παύλος Σιδηρόπουλος δεν ήταν απλώς ένας μουσικός· ήταν δάσκαλος, και μάλιστα δάσκαλος ζωής. Όταν μας συνάντησε ήμασταν παιδιά 19-20 χρονών, ενώ εκείνος ήταν ήδη 32. Δίπλα του διδαχθήκαμε πάρα πολλά πέρα από τις νότες, και ορισμένα από αυτά τα στοιχεία τα ενέταξα μόνιμα στον δικό μου χαρακτήρα. Αυτό το θεωρώ εξαιρετικά σημαντικό. Φυσικά δεν υιοθέτησα τα πάντα, γιατί το να είσαι ο Παύλος ήταν κάτι αφάνταστα δύσκολο. Δεν επεδίωξα ποτέ να του μοιάσω, όμως διέθετε ορισμένα σπάνια προτερήματα —κάποια πραγματικά διαμάντια στον χαρακτήρα του— που όμως είχαν πολύ βαρύ προσωπικό τίμημα για να τα φέρει κανείς. Κόστιζε ακριβά το να είσαι αυτό που ήταν ο Παύλος.

Παράλληλα, ο Παύλος μάς πρόσφερε μια απέραντη μουσική ασφάλεια. Ξέραμε πως ό,τι κι αν συνέβαινε πάνω στη σκηνή, ήμασταν απόλυτα προστατευμένοι. Ήταν ένας άνθρωπος που μπορούσε να καλύψει τα πάντα: κάθε κενό, κάθε λάθος, τραβώντας πάνω του όλο το ενδιαφέρον του κοινού. Δεν υπήρχε καμία περίπτωση να εκτεθούμε μουσικά. Κι ενώ στην αρχή λειτουργούσε καθαρά ως καθοδηγητής -μας έλεγε ακριβώς τι θα παίξει ο καθένας, κι εμείς ως πιτσιρικάδες δεν είχαμε βέβαια δικαίωμα να φέρουμε αντίρρηση- με το πέρασμα του χρόνου άρχισε να μας εμπιστεύεται. Μας άφηνε όλο και περισσότερο χώρο στα τραγούδια του, με αποτέλεσμα τα τελευταία χρόνια να έχουμε συμβάλει ουσιαστικά στη διαμόρφωση και την τελική ενορχήστρωση του έργου του.

Η Γιορτή για τον Παύλο Σιδηρόπουλο θα λάβει χώρα την Παρασκευή 26 Ιουνίου στην Τεχνόπολη (Πειραιώς 100). Οι πόρτες θα ανοίξουν στις 20.00 και η συναυλία θα αρχίσει στις 21.00. Στη σκηνή θα ανέβουν οι: – Κυριάκος Δαρίβας (Απροσάρμοστοι), Βασίλης Σπυρόπουλος (Σπυριδούλα), Frank Panx (Panx Romana & Σαλταδόροι), Ασκληπιός Ζαμπέτας (Τρύπες), Νίκος Εφεντάκης (Πουλικάκος & Άσσοι του Καράτε), Δημήτρης Παπαδημητρίου (Πουλικάκος & Άσσοι του Καράτε), Γιάννης Γιοκαρίνης, Γεωργία Νταγάκη, Κατερίνα Κυρμιζή, Χρήστος Βέργος, Θανάση Πεθεριώτη, Βασίλης Ράλλης, Κώστας Γαλίτης, Αλέξανδρος  Δάικος, Κύριος Κ., Πάνος Γεωργόπουλος, Χρήστος Ψαρομηλίγκος, Γιώργος Μανδηλάς. Περισσότερες πληροφορίες και εισιτήρια: η ΜΕΓΑΛΗ ΓΙΟΡΤΗ για τον ΠΑΥΛΟ ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟ! | Εισιτήρια online! | More.com