Ο διεθνούς φήμης μαέστρος Κόεν Σουτς διευθύνει τους Septicflesh με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών στο Ηρώδειο στις 26 και 27 Σεπτεμβρίου
Η σύμπραξη μιας συμφωνικής ορχήστρας με ένα metal συγκρότημα μπορεί να μην είναι πλέον καινοφανής, όμως παραμένει ασυνήθιστη. Απαραίτητο συστατικό ώστε το σύνολο να δέσει και το αποτέλεσμα να ξεφύγει από την απλή κοινή παρουσία επί σκηνής είναι ένας έμπειρος, ικανός και εμπνευσμένος διευθυντής ορχήστρας. Τέτοιος είναι ο Κόεν Σουτς, ο ολλανδός μαέστρος που έχει διευθύνει στην πολύχρονη πορεία του πολλές όπερες, αλλά και πάμπολλα μιούζικαλ και ροκ όπερες. Μιλήσαμε μαζί του τόσο για την προσωπική του μουσική ιστορία, όσο και για τις δυο βραδιές που θα απολαύσουμε στο Ηρώδειο με τους Septicflesh και την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών σε δική του μουσική διεύθυνση. Η περσινή τους συνεργασία είχε αποτελέσει θρίαμβο και γέμισε το Ηρώδειο, ενώ και φέτος η μία βραδιά είναι ήδη sold out.
Ας ξεκινήσουμε από την αρχή. Θυμάστε πότε και πώς καταλάβατε ότι η ζωή σας θα είχε να κάνει με τη μουσική;
Α, αυτό είναι πολύ παλιά! Μεγάλωσα με τον πατέρα μου που ήταν μεγάλος λάτρης της μουσικής. Έτσι μου άρχισε μαθήματα πιάνου ουσιαστικά μόλις μπόρεσα να περπατήσω. Όταν γεννήθηκα, είπε: Είτε θα γίνει ποδοσφαιριστής είτε μουσικός. Και τελικά αποδείχτηκα μουσικός! Οι γονείς μου πάντα με υποστήριζαν και με πήγαιναν σε συναυλίες -κυρίως κλασική μουσική. Και μετά, άρχισα να σπουδάζω μουσική και κάποια στιγμή την έκανα επάγγελμά μου. Είναι αστείο γιατί, ξέρετε, ξεκίνησα ως καθαρά κλασικός μουσικός και σταδιακά διηύθυνα πολλές συμφωνικές και όπερες. Αλλά πάντα ακούω ροκ μουσική, οι Pink Floyd ήταν το αγαπημένο μου συγκρότημα. Ακόμα είναι. Αυτή τη στιγμή διευθύνω το «Jesus Christ Superstar» στο Βερολίνο, που θα κάνει πρεμιέρα την Παρασκευή. Έτσι δούλευα πάντα, σε όλα τα είδη, αλλά προέρχομαι από ένα κλασικό υπόβαθρο.
Ποιο ήταν το πρώτο σας όργανο;
Το πιάνο.
Και πώς εξελιχθήκατε σε μαέστρο;
Όταν άρχισα να σπουδάζω μουσική, ξεκίνησα, λόγω της ανατροφής μου, όπως είπα, με την κλασική μουσική. Επειδή ο πατέρας μου ήταν μεγάλος θαυμαστής κυρίως της μπαρόκ μουσικής, Μπαχ, Χέντελ, όλα αυτά. Και μετά, όταν άρχισα να σπουδάζω μουσική, άρχισα να παίζω εκκλησιαστικό όργανο και τσέμπαλο. Στην πορεία γνώρισα μερικούς τραγουδιστές. Δεν ήμουν εξοικειωμένος με τη φωνητική μουσική, ούτε με την όπερα: αυτοί με έκαναν να την ακούσω, και άρχισα να παίζω πιάνο συνοδεύοντας τραγουδιστές. Και κάποια στιγμή, χρειάστηκε κάποιος να διευθύνει ένα μικρό σύνολο, νομίζω ότι ήταν για το «Έτσι κάνουν όλες» του Μότσαρτ. Και είπα: εντάξει, θα το δοκιμάσω. Και μετά όλοι είπαν: Ω, ξέρεις, φαίνεται να σου ταιριάζει πολύ, φαίνεται καλό. Και μετά άρχισα να το σκέφτομαι περισσότερο. Και κάποια στιγμή σκέφτηκα: λοιπόν, το όργανο και το τσέμπαλο είναι πολύ περιορισμένα για μένα. Θα πάω για διεύθυνση ορχήστρας. Έτσι πέρασα από οντισιόν για σπουδές διεύθυνσης ορχήστρας, και με δέχτηκαν. Έτσι ξεκίνησαν όλα. Μετά παράτησα το όργανο και το τσέμπαλο. Σπούδασα λίγο τραγούδι παράλληλα, αλλά δεν πίστευα ότι ήμουν αρκετά καλός για να γίνω τραγουδιστής. Έτσι σκέφτηκα: τελικά, το καλύτερο που μπορώ να κάνω είναι να μου τραγουδούν οι άνθρωποι, και να είμαι ο μαέστρος. Και έτσι έγινε. Όταν τελείωσα τις σπουδές, ξεκίνησα στην Αυστρία, σε μια όπερα, ως πιανίστας στις πρόβες. Αργότερα εκεί διηύθυνα τις πρώτες μου παραστάσεις. Αυτό ήταν το ξεκίνημα. Κι έτσι πάνε τώρα 40 χρόνια.

Το προφανές ερώτημα είναι: ποια είναι η διαφορά στην προσέγγιση μιας κλασικής όπερας όπως ο «Μακμπέθ» ή οι «Αλιείς μαργαριταριών» και στην προσέγγιση μιας ροκ όπερας ή ενός μιούζικαλ, που προφανώς είναι άλλο είδος.
Ξέρετε, το λέω συνέχεια σε όλους όσους με ρωτούν: πάντα λέω ότι δεν κάνω διάκριση στην προσέγγισή μου στην κλασική ή στη ροκ μουσική. Για μένα, υπάρχει μόνο καλή και κακή μουσική. Και νομίζω ότι όλα όσα κάνεις πρέπει να γίνονται με την ίδια ειλικρίνεια, πάθος, προετοιμασία και τεχνική. Αν διευθύνεις, αυτό είναι, φυσικά, που πρέπει να λάβεις υπόψη σε όλα: να είσαι πιστός στο στυλ του έργου. Είτε όπερα, είτε ροκ όπερα είτε μιούζικαλ. Ή ακόμα και στην περίπτωση των Septicflesh: το στυλ στο οποίο είναι γραμμένο. Και την πρόθεση του συνθέτη. Προσπαθείς να κατανοήσεις την πρόθεση του συνθέτη όσο καλύτερα μπορείς και να προσπαθήσεις να τη μεταδώσεις στην ορχήστρα. Και μετά μέσω της ορχήστρας, στο κοινό, όσο καλύτερα μπορείς και με την πιο ειλικρινή προσέγγιση. Και στο τέλος της ημέρας, αν διευθύνεις μια όπερα, δεν έχει σημασία. Όλα καταλήγουν στην τέχνη του να μπορείς να εκφράσεις τα συναισθήματα, την πρόθεση, στην ορχήστρα. Και όταν συμβεί αυτό, τότε η ορχήστρα θα παίξει και οι τραγουδιστές θα τραγουδήσουν όπως απαιτείται, και τότε έχεις μια καλή παράσταση.

Μιας και αναφέρατε τους Septicflesh, ας εμβαθύνουμε λίγο στην επερχόμενη συναυλία. Έχετε συναντηθεί μουσικά με το συγκρότημα στο παρελθόν. Πώς ήταν η εμπειρία σας;
Ήταν για μένα εξαιρετικά ενδιαφέρον. Γιατί μου άρεσε πάντα η hard rock, οι Metallica για παράδειγμα. Αλλά δεν είχα ασχοληθεί ποτέ με το death metal. Έτσι, όταν μου έγινε η πρόταση να το κάνω, παραδέχομαι ότι υπήρξε ένας μικρός δισταγμός. Αλλά στο ξεκίνημα, πριν δεσμευτώ, με άφησαν να δω τι είναι, να μελετήσω τη μουσική τους. Και μόλις άρχισαν να το κάνω, με κατέκτησε εντελώς, πώς να το πω, με εντυπωσίασε. Παρακολούθησα τη συναυλία τους στο Μεξικό στην τηλεόραση και με τη γυναίκα μου, που κι εκείνη ασχολείται με τη ροκ, και είπαμε και οι δύο: Αυτό είναι το πιο cool πράγμα που υπήρξε ποτέ! Γι αυτό είπαμε ότι θα το κάνω. Και τώρα είμαι κάπως εθισμένος σε αυτό. Πραγματικά μου αρέσει πολύ ο τρόπος που παίζουν μουσική. Λατρεύω την βιαιότητα, αλλά και τους μαγευτικούς ήχους της. Και νομίζω ότι αυτοί οι τύποι, το συγκρότημα, είναι απλώς οι πιο υπέροχοι άνθρωποι που μπορεί κανείς να γνωρίσει ποτέ. Και ο Χρήστος είναι τόσο ταλαντούχος συνθέτης και ενορχηστρωτής… Είναι μόνο χαρά για μένα να συνεργάζομαι μαζί τους.

Υπάρχει διαφορά στη δομή και τον τρόπο των συνθέσεων του death metal και σε αυτή της μουσικής που έχετε συνηθίσει;
Φυσικά, είναι αλλλιώς το metal -και υπάρχουν τόσα πολλά είδη metal- αλλά αυτό που μου αρέσει σε αυτό που κάνουν οι Septicflesh είναι πως υπάρχει ένα μείγμα εθνικών ήχων, της τοπικής γεύσης, του duduk και άλλων τέτοιων οργάνων, σε συνδυασμό με τα πιο σκληρά riff στην κιθάρα και τα τρελά χτυπήματα-κλωτσιές στο κοντραμπάσο… Είναι αληθινά ονειρικό παίξιμο, είναι ένας συνδυασμός σκοτεινών ήχων με αυτά τα τρελά riffs και ρυθμούς. Αυτό είναι κάτι που βλέπεις μόνο σε αυτό το είδος. Η κανονική ροκ μουσική δεν πάει τόσο μακριά, σωστά; Όλες οι τεχνικές δυνατότητες των ντραμς ή του παιξίματος της κιθάρας φτάνουν στο έπακρο. Και είναι πολύ, πολύ εντυπωσιακός ο τρόπος που το κάνουν αυτό.

Κοιτάζοντας τη μακρά λίστα με όλα όσα έχετε διευθύνει στην καριέρα σας, είδα κάτι για το οποίο θα ήθελα ιδιαίτερα να ρωτήσω: το «The Black Rider».
«The Black Rider»! Ναι, αυτό είναι πολύ καιρό πριν. Φυσικά, του Tom Waits! Αυτό είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Δεν είναι το αγαπημένο μου για να είμαι ειλικρινής. ήταν ένα ενδιαφέρον project κι εκείνη την εποχή ήταν πολύ της μόδας, πολύ hip να το κάνω. Τώρα νομίζω πως η μόδα του έχει περάσει. Είχε πολύ να κάνει με την σκηνοθεσία του Bob Wilson που έκανε την παράσταση στο Αμβούργο. Για τη Γερμανία είναι, φυσικά, ενδιαφέρον επειδή είναι η βρώμικη παραλλαγή του «Freischütz», της όπερας του Carl Maria von Weber. Άρα είναι μια ενδιαφέρουσα ιστορία, αλλά μουσικά δεν είναι στο λεξιλόγιό μου, για να είμαι ειλικρινής. Αυτό που κάνω αυτή τη στιγμή, για παράδειγμα, το «Jesus Christ Superstar», είναι πολύ πιο κοντά μου από το «Black Rider». Επίσης το «Black Rider» είναι για μικρό σύνολο, δεν είναι για πολλούς μουσικούς. Και εμένα μου αρέσει να κάνω μεγαλύτερα πράγματα. Στο «Jesus Christ Superstar» παίζουν 44 άτομα. Και λατρεύω τη μεγάλη όπερα. Έχω διευθύνει πολλά έργα του Πουτσίνι, του Βέρντι και του Ρίχαρντ Στράους και αυτά τα μεγάλα έργα, για μεγάλα σύνολα, μου αρέσουν περισσότερο από τα μικρά.
Χάσαμε πολύ πρόσφατα τον Μπομπ Γουίλσον. Είχε μια συγκεκριμένη προσέγγιση στην όπερα, είτε στην κλασική όπερα είτε στο «The Black Rider». Ποια ήταν η μέθοδός του; Πώς ήταν η συνεργασία μαζί του;
Δεν συνεργάστηκα άμεσα μαζί του. Νομίζω ότι το «Black Rider» ήταν τόσο δημοφιλές επειδή είχε αυτό το συγκεκριμένο στυλ σκηνοθεσίας, με τα πάντα σε αργή κίνηση, με τα φώτα να αλλάζουν μέσα σε λεπτά αντί σε ένα δευτερόλεπτο. Υπήρχε μια κόκκινη κουκκίδα, για παράδειγμα, που κινούνταν στη σκηνή από αριστερά προς τα δεξιά σε 45 λεπτά, ήταν μόλις αισθητή η κίνηση, πράγματα σαν κι αυτό. Ήταν πολύ στυλιζαρισμένο αυτό που έκανε, και πολύ, πολύ μοναδικό με τον δικό του τρόπο. Αλλά δεν είμαι πραγματικά ικανός να μιλήσω για τον Μπομπ Γουίλσον, επειδή η μοναδική δουλειά που είδα από αυτόν ήταν το «The Black Rider» στο Αμβούργο, όπως το πρωτοδημιούργησε τότε.

Αφού είπατε -και είναι κατανοητό- ότι το «The Black Rider» μπορεί να μην είναι το αγαπημένο σας, στην όπερα αλλά και σε ροκ, ποπ ή μιούζικαλ, ποια είναι τα αγαπημένα σας έργα;
Είναι πραγματικά δύσκολο να πω γιατί μου αρέσουν τόσα πολλά πράγματα… Αλλά νομίζω ότι τελικά η αγαπημένη μου όπερα είναι η «Ηλέκτρα» του Ρίχαρντ Στράους. Επειδή είναι ένα είδος μέταλ! Ο τρόπος που παίζεται είναι τόσο βάναυσος σε κάποιες στιγμές… Ίσως η «Τουραντό» είναι επίσης από τα αγαπημένα μου. Λατρεύω τον «Οθέλλο» του Βέρντι. Ναι, μεγάλα δραματικά έργα. Αλλά ίσως η μεγαλύτερη από όλες που έχω διευθύνει ήταν η «Ηλέκτρα». Έχεις 160 άτομα ορχήστρα που παίζει αυτή την παρτιτούρα που είναι τόσο περίπλοκη και όμως, σε χτυπάει κατευθείαν στο στομάχι. Και ανακάλυψα πρόσφατα, στο τέλος της όπερας, αυτές τις υπέροχες συγχορδίες σε Ντο μείζονα που τελειώνουν σε Μι ελάσσονα, νομίζω ότι είναι ένα από τα καλύτερα πράγματα που έχουν γραφτεί ποτέ. Και λατρεύω και τη μυθολογία, λατρεύω την υπόθεσή της. Έχω μια κλίση στις σκοτεινές ιστορίες. Για παράδειγμα, αυτό που μου αρέσει από το είδος του μιούζικαλ είναι το «Sweeney Todd». Είναι ένα τόσο ευφυές έργο -και επίσης πολύ σκοτεινό. Και ακόμη ένα, που είναι πολύ, πολύ δημοφιλές στα γερμανικά εδάφη: «Ο Χορός των βρικολάκων», το μιούζικαλ του Τζιμ Στάινμαν. Έχει αυτή την πομπώδη ροκ μουσική με συμφωνική ορχήστρα. Και μου αρέσει πολύ αυτό. Ναι, τα heavy, τα heavy πράγματα μου αρέσουν.

Μιας που αναφέρατε έργα που συνήθως σκηνοθετούνται με πολύ συγκεκριμένους τρόπους, ποια είναι η συνεργασία μεταξύ ενός μαέστρου και ενός σκηνοθέτη σε μια όπερα;
Ξέρετε, δεν υπάρχει μία γενική απάντηση σε αυτό, επειδή όλα εξαρτώνται από το αν ο μαέστρος και ο σκηνοθέτης έχουν το ίδιο όραμα για το έργο. Και ο μαέστρος είναι πάντα, όπως λέω, ο δικηγόρος του συνθέτη. Μερικές φορές οι σκηνοθέτες θέλουν να κάνουν τρελά πράγματα στην όπερα: αρχίζουν να αλλάζουν την ιστορία ή να την βάζουν στη σύγχρονη εποχή. Διηύθυνα το «Χάνσελ και Γκρέτελ», για παράδειγμα, όπου η μάγισσα ήρθε με το διαστημόπλοιο. Ήταν γελοίο! Τέτοια πράγματα. Και νομίζω ότι οι μαέστροι προσπαθούν πάντα να είναι όσο πιο πιστοί στη μουσική μπορούν. Και μερικές φορές αυτό είναι λίγο δύσκολο με έναν σκηνοθέτη που θέλει πολλές αλλαγές. Από την άλλη πλευρά, δεν θέλω να δουλεύω στην όπερα σαν αυτή να είναι μουσειακή. Πιστεύω ότι θα πρέπει να είναι ανοιχτή σε επανερμηνείες και σε σύγχρονες ή διαφορετικές απόψεις για το θέμα. Αλλά πρέπει πάντα αυτό να γίνεται με σεβασμό, τουλάχιστον για τη μουσική, και επίσης με σεβασμό στους ερμηνευτές: ξέρετε, πολλοί σκηνοθέτες λένε στους τραγουδιστές, να ξαπλώσουν ή να κρεμαστούν κάπως, και να τραγουδήσουν τα πιο δύσκολα πράγματα. Εκεί πάντα θα παρεμβαίνω και θα λέω, κοίτα: καταλαβαίνω, αλλά πρέπει επίσης να μπορούμε να ερμηνεύσουμε και δεν μπορούμε να έχουμε τον τραγουδιστή να το κάνει αυτό σε μια αδέξια ή δύσκολη στάση σώματος, οπότε… Σίγουρα με κάποιους μου αρέσει να συνεργάζομαι, ενώ είναι άλλοι που προσπαθώ να αποφεύγω.

Βλέπω ότι έχετε παίξει σε πολλές διαφορετικές χώρες, πολύ στη Γερμανία, πολύ στην Αυστρία, αλλά και αλλού. Υπάρχει διαφορά στο κοινό; Δηλαδή, υπάρχουν χώρες όπου το κοινό είναι πιο δύσκολο ή πιο ενθουσιώδες ή πιο αφοσιωμένο ή πιο θορυβώδες; Πόσο διαφέρει το κοινό από χώρα σε χώρα;
Είναι ενδιαφέρουσα ερώτηση. Για παράδειγμα, όταν διευθύνεις στην Ελβετία και κάνεις μια παράσταση εκεί, δεν υπάρχουν ποτέ πολλά χειροκροτήματα κατά τη διάρκεια της παράστασης. Μετά από μια διάσημη άρια, υπάρχει πάντα ένα πολύ ευγενικό χειροκρότημα και λες, Αλήθεια τώρα; Δεν σας αρέσει; Αλλά στο τέλος, είναι πάντα εξαιρετικά ενθουσιώδεις. Οπότε, μόλις μάθεις ότι έτσι είναι, είσαι εντάξει με αυτό! Στη Γερμανία είναι πολύ διαφορετικά, στην πραγματικότητα το κοινό διαφέρει από πόλη σε πόλη. Στο Βερολίνο είναι πολύ ενθουσιώδεις όταν τους αρέσει πολύ. Αν δεν τους αρέσει, θα στο πουν. Έτσι και στο Μόναχο. Η Βιέννη είναι τρελή. Στη Βιέννη είναι, νομίζω, το πιο ενθουσιώδες κοινό που μπορείς να έχεις ποτέ, ειδικά για το μουσικό θέατρο τρελαίνονται εντελώς. Οι Κορεάτες είναι πολύ, πολύ ενθουσιώδεις. Οι Ιάπωνες είναι λίγο πιο συγκρατημένοι μέχρι το τέλος. Και από ότι έχω δει στο Ηρώδειο πέρυσι, οι Έλληνες είναι πολύ ενθουσιώδεις. Και μου αρέσει αυτό! Εντυπωσιάστηκα ιδιαίτερα με την καλή συμπεριφορά του κοινού. Το πόσο σεβάστηκαν τον χώρο, τις αρχαίες πέτρες. Αυτό που βρήκα πολύ εντυπωσιακό είναι ότι στο χειροκρότημα ήταν πολύ θορυβώδεις και ενθουσιώδεις, αλλά στο τέλος, όλοι πήραν τα σκουπίδια τους μαζί τους, και η αίθουσα μετά ήταν εξίσου καθαρή όπως ήταν πριν από τη συναυλία.

Αυτή θα ήταν λοιπόν μια καλή τελική ερώτηση. Τι ανυπομονείτε να βρείτε ξανά, επιστρέφοντας στην Ελλάδα και το Ηρώδειο; Και αν υπάρχει κάτι που εύχεστε να είχε αποφευχθεί, ή εύχεστε να είναι διαφορετικό φέτος;
Δεν νομίζω ότι εύχομαι κάτι διαφορετικό για φέτος. Είχαμε μια τόσο φανταστική εμπειρία πέρυσι! Υπάρχει, ξέρετε, πάντα ένας δισταγμός για μια κλασική ορχήστρα όπως η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών να παίξει αυτό το είδος μουσικής. Και πρέπει να πω ότι όλοι ήταν τόσο αφοσιωμένοι και παθιασμένοι με αυτό. Όταν βλέπεις τον τσελίστα να κάνει headbanging στο ρυθμό της μουσικής, αυτό είναι απλά πολύ διασκεδαστικό. Και μου αρέσει η ανοιχτότητα της ορχήστρας, ο τρόπος με τον οποίο συνεργάστηκαν χωρίς να παραπονεθούν για τίποτα. Όλοι απλώς περνούσαν καλά. Και μετά, όταν είδαμε την αντίδραση του κοινού, αυτό ήταν απλά φανταστικό. Κι ύστερα, ο χώρος είναι αξεπέραστος. Δεν μπορεί να βρεθεί καλύτερος από αυτόν. Είναι τόσο, τόσο όμορφα εκεί όταν ο καιρός είναι καλός όπως πέρυσι. Ήταν απλώς μια τέλεια βραδιά και δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο. Ανυπομονώ πολύ να επιστρέψω -και το γεγονός πως θα το κάνω δύο συνεχόμενες νύχτες είναι ένα πραγματικό δώρο. Ανυπομονώ. Δεν θα ήθελα να αλλάξω τίποτα.
