Δεν μπορώ παρά να είμαι εκ των προτέρων θετικά διακείμενος σε μια παράσταση που οφείλει τον τίτλο της σε μια ταινία του Ζαν Λυκ Γκοντάρ. Άλλωστε, και στις δύο περιπτώσεις, της ταινίας και της παράστασης, το υπό εξέταση θέμα είναι ένα αρχέτυπο: για τον Γκοντάρ, «Αυτή» είναι η Γαλλία. Για τον Ανέστη Αζά, «Αυτός» είναι ο πατέρας.

Όταν ασχολείται κανείς με ένα αρχέτυπο, έχει ένα πλεονέκτημα και ταυτόχρονα διατρέχει έναν κίνδυνο: όλοι ανεξαιρέτως οι θεατές έχουν μια δική τους αναφορά πάνω σε αυτό. Η εικόνα του πατέρα είναι παρούσα στη ζωή όλων, με τρόπους παρόμοιους ή και ριζικά διαφορετικούς. Εκεί βρίσκονται και οι παγίδες για την παράσταση: να μην γίνει κοινότοπη. Να αποφύγει το μελό. Να μην είναι τόσο προσωπική, εφόσον το υλικό στο μεγαλύτερο βαθμό προέρχεται από τις ζωές των ηθοποιών και του σκηνοθέτη, που να γίνεται αδιάφορη για το κοινό. Να μην καταφύγει σε εύκολες ψυχαναλυτικές αναλύσεις και επεξηγήσεις. Να μην προβεί σε μεγαλόστομες καταγγελίες της πατριαρχίας, των κακοποιητικών της συμπεριφορών, του σεξισμού και της ομοφοβίας της. Γιατί η αλήθεια – το μέγα ζητούμενο- σπανίως είναι εξηγητέα. Είναι απλώς πραγματική. Ταυτολογία; Ίσως. Αλλά ισχύει.

Ο Ανέστης Αζάς και η εξαιρετική ομάδα που δημιούργησε την παράσταση, με όπλο αυτή ακριβώς την αλήθεια, κατόρθωσε να αποφύγει όλους αυτούς τους σκοπέλους. Οι αφηγήσεις προτίμησαν την ευθύτητα από μια «φορετή» ερμηνεία των γεγονότων, και το βασικότερο όλων: απέφυγαν να εκβιάσουν το συναίσθημα του θεατή. Έτσι, όταν αυτό προέκυπτε, ήταν γνήσιο και πηγαίο –θα επαναλάβω τη λέξη: αληθινό. Βρίσκω αυτή τη στάση, εκτός από θεατρικώς ορθή, και εξαιρετικά έντιμη.

Η ενασχόληση και η εμπειρία του σκηνοθέτη με αυτό που ονομάζουμε θέατρο-ντοκιμαντέρ είναι εμφανής. Όμως ας μην το ξεχνάμε: άσχετα του είδους, της υποκατηγορίας, της σχολής –όπως θέλετε πείτε το- πρέπει κανείς να γνωρίζει να κάνει θέατρο: να καταλαβαίνει από ρυθμό, από μέτρο, από κάδρο, από μουσικότητα. Κι ο Αζάς τα ξέρει όλα αυτά, και τα αποδεικνύει με την επιλογή του να καταπιάνεται με θεατρικά είδη εντελώς διαφορετικά: είναι σπουδαίο να ξέρει κανείς να παίζει πολλά παιχνίδια.

Διαφορετικές οι ιστορίες του καθενός από τους ερμηνευτές με τον δικό του πατέρα, άρα διαφορετικές και οι προβολές και ταυτίσεις του κάθε θεατή με αυτές. Χωρίς να είναι απαραίτητο να ταυτιστεί κανείς με κάποια, θα απολαύσει την τόλμη, τη λιτότητα και την πρωτοτυπία των αφηγήσεων. Θα καθίσει ανάμεσα σε μια παρέα που αφηγείται ιστορίες ως προνομιακός θαμώνας και ακροατής. Αυτή η αφηγηματικότητα δεν είναι, άλλωστε, η πρωταρχική, αρχέγονη ρίζα του θεάτρου;

Δεν μπορώ να μην επισημάνω και μια γνήσια σκηνή σλάπστικ που με έκανε να γελάσω μέχρι δακρύων, πράγμα που είχε καιρό να μου συμβεί σε θεατρική αίθουσα. Κι αυτό σε μια  παράσταση που έχει πολύ χιούμορ, αλλά σίγουρα δεν είναι κωμωδία…

Σε μια δουλειά τόσο ιδανικά δομημένη και ερμηνευμένη, βρίσκω άδικο να ξεχωρίσει κανείς κάποιους ανάμεσά στους συντελεστές: ήταν όλοι τους άψογοι. Θα ήθελα να αναφερθώ στην Κωνσταντίνα Τάκαλου για τη μακρά πορεία της στο θέατρο και τη σπουδαία ερμηνευτική της στόφα –όσοι είχαν την τύχη να τη δουν στο «Στεφάνι» του αδικοχαμένου και υποφωτισμένου Γιάννη Κοντραφούρη σε σκηνοθεσία Θεόδωρου Τερζόπουλου ξέρουν για τι μιλώ. Δεν έχει πάντα την τύχη να της δίνεται η ευκαιρία να ξεδιπλώσει τις ξεχωριστές της ικανότητες, εδώ όμως κυριολεκτικώς άνθισε. Ο Κωνσταντίνος Μωραΐτης, η  Μάρω Σταυρινού και ο Ρϊνο Τζάνι μού έδωσαν την αίσθηση πως ήρθαν σε αυτή τη δουλειά χωρίς αποσκευές και έτοιμες λύσεις, και η ειλικρίνεια και η αφοσίωσή τους σε αυτή τους δικαίωσαν.

Ο Παναγιώτης Μανουηλίδης στέκεται στη σκηνή εκτελώντας ζωντανά τη μουσική, όμως κάνει πολύ περισσότερα: εξελίσσεται σε έναν πολύτιμο συνεργάτη για κάθε σκηνοθέτη που θα του εμπιστευτεί την ηχητική δραματουργία της παράστασής του. Και με κάθε του δουλειά προχωρά ακόμα περισσότερο.

Ας μου επιτραπεί μια ιδιαίτερη αδυναμία στο Γιώργο Βαλαή. Η προσωπική ιστορία που αφηγείται έχει κάποιες ιδιαιτερότητες που την κάνουν να χαραχτεί στη μνήμη. Κι επίσης, με έκανε να θυμηθώ μια αλησμόνητη φράση που είχε επιλέξει να λέει σε μια σαιξπηρική παράσταση όπου είχαμε συνεργαστεί πριν από πολλά, πολλά χρόνια: «Ποια είναι η εικόνα της απόλυτης ευτυχίας για μένα; Η ανάσταση του πατέρα μου! Έστω, για ένα απόγευμα…»

 

Το παίζεται στο Θέατρο Προσκήνιο (Καπνοκοπτηρίου 8) αό Τετάρτη έως και Κυριακή ως την 1η Μαρτίου. Σύλληψη-Σκηνοθεσία: Ανέστης Αζάς. Κείμενο: Μιχάλης Πητίδης, Ανέστης Αζάς και η ομάδα. Συνεργάτες για τη δραματουργία: Ιωάννα Κανελλοπούλου, Μιχάλης Πητίδης. Βοηθός Σκηνοθέτη: Ιωάννα Κανελλοπούλου. Σκηνογραφία – Κοστούμια: Διδώ Γκόγκου. Μουσική: Παναγιώτης Μανουηλίδης. Φωτισμοί: Γιώργος Κασσάκος. Παίζουν: Γιώργος Βαλαής, Κωνσταντίνος Μωραΐτης, Μάρω Σταυρινού, Κωνσταντίνα Τάκαλου, Ρίνο Τζάνι. Περισσότερες πληροφορίες και εισιτήρια: ΔΥΟ Ή ΤΡΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΞΕΡΩ ΓΙ’ ΑΥΤΟΝ | Εισιτήρια online! | More.com