Φωτογραφίες: Χρήστος Συμεωνίδης
Ένα από τα μεγάλα προβλήματα του ελληνικού θεάτρου –πέραν από αυτά που αφορούν τα χρήματα, τις συνθήκες παραγωγής, αλλά ίσως το μέγιστο όταν μιλάμε για την καθαρά δημιουργική διαδικασία- είναι ανυπερθέτως η δραματουργία. ακόμα και σε παραγωγές άρτιες, εμπορικές, δαπανηρές, με μεγάλη υποστήριξη, βλέπει κανείς κραυγαλέες ελλείψεις και παιδαριώδη σφάλματα: δραματουργικές τρύπες, αυθαιρεσίες που κακοποιούν το κείμενο, αφελείς λύσεις που αφήνουν το θεατή ενεό. Όταν βλέπει λοιπόν κανείς μια ομάδα όχι διάσημη, με περιορισμένους πόρους, χωρίς μεγάλα ονόματα, να παρουσιάζει επί σκηνής ένα τέτοιο έργο, δεν μπορεί να μην εντυπωσιαστεί.
Η ομάδα Αθώο Σώμα έδειξε δείγματα σκληρής και ουσιαστικής δουλειάς και στην προηγούμενη απόπειρά της, την «Πλαστελίνη» του Βασίλι Σϊγκαρεφ. Πιστεύω όμως πως τότε είχε ποντάρει σε κουτσό άλογο: αυτή η γενιά συγγραφέων αγαπήθηκε περισσότερο επειδή δήλωσαν αντιφρονούντες, παρά για την πραγματική αξία των κειμένων που παρέδωσε –και διόλου δεν εξαιρείται και ο «πολύς» Βιριπάγιεφ. Αυτή τη φορά όμως, η ομάδα χτύπησε φλέβα: ασχολήθηκε με το «Υβόννη, η πριγκίπισσα της Βουργουνδίας» του Βίτολντ Γκομπρόβιτς, το αριστουργηματικό –και εξαιρετικά δυσανάγνωστο και δυσπρόσιτο- κείμενο που στην Ελλάδα μάθαμε από την παράσταση του θεάτρου Τέχνης. Ο Γκομπρόβιτς είναι αναγνωρισμένος ως ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς –και δη μυθιστοριογράφους- της κεντρικής Ευρώπης τον 20ο αιώνα. Ο Μίλαν Κούντερα τού έχει αφιερώσει ουκ ολίγες δοκιμιακές σελίδες –προσωπικά από εκεί τον έμαθα και εντρύφησα στα γραπτά του.

Η Κατερίνα Σκουρλή που υπογράφει τη σκηνοθεσία και την κίνηση και ο Βαγγέλης Κυριακού που έγραψε το κείμενο, παρέδωσαν ένα διαμαντάκι: ένα αέναο παιχνίδι εναλλαγής ρόλων με μακρινές επιρροές από το πιραντελλικό θέατρο εν θεάτρω, με πολλαπλές σημασίες και έντονο σκηνικό ενδιαφέρον. Με χτίσιμο χαρακτήρων συναρπαστικό και ελλειπτικό, με την ουσία, το ζουμί του έργου παρόν, αλλά χωρίς την παραμικρή φλυαρία. Με λόγο πολιτικό, υπαρξιακό, παιχνιδιάρικό, με χιούμορ και ευφυΐα. Με πλοκή διαρκώς ανατρεπόμενη και κατάληξη απρόσμενη. Στην ίδια γραμμή και η σκηνοθεσία: λιτή και αφαιρετική αλλά χειρουργικής ακρίβειας, στυλιζαρισμένη και επιβλητική.
Θα ήθελα να αναφερθώ στους ηθοποιούς ξεχωριστά: συγκρατήστε τα ονόματά τους. Μπορεί να μην είναι οικεία, τηλεοπτικά, «φίρμες», μπορεί να μην είναι αναγνωρίσιμα «άμα τη εμφανίσει» σε όλους, όμως είναι ο ένας καλύτερος από τον άλλο. Και δεν έχουν ίχνος από τους ερασιτεχνισμούς που συναντώ σε άλλες ομάδες, όπου νιώθω πως ακόμα κάνουν ασκήσεις στη σχολή ή όπου δεν μπορώ, λόγω έλλειψης άρθρωσης, να καταλάβω καν τι λένε.

Αναγνώρισα αμέσως τη Νατάσα Βλυσίδου και τον Πάνο Χατσατριάν που πέρισυ είχαν ξεχωρίσει σε μια άλλη θαυμάσια παράσταση, τη «Μέρα της φούστας». Η πρώτη απέδωσε εξαιρετικά την Υβόννη, πληβεία – υπηρέτρια – πριγκίπισσα, ισχυρή τόσο στις σιωπές όσο και το λόγο της. Εξίσου ισχυρός ο δεύτερος ως υπηρέτης – πρίγκιπας, σε μια ερμηνεία ριζικά διαφορετική από εκείνη στην οποία διέπρεψε πέρυσι.
Κοφτερή σαν λεπίδι η βρωμόστομη βασίλισσα Μαντώ Γιαννίκου, ισορρόπησε αριστοτεχνικά ανάμεσα στο βίαιο και το κωμικό, πλάθοντας ένα χαρακτήρα που μένει στη μνήμη.

Θαυμάσιος ο βασιλιάς Πάνος Θεοδωρακόπουλος, δεν πέφτει στην παγίδα της εύκολης κλοουνερί –ούτε της κωμικής, ούτε της δραματικής- δίνει μαθήματα σε πολλούς, διάσημους και έμπειρους, ομοτέχνους του που θα μανιέριζαν αφόρητα σε αυτό το ρόλο.
Άφησα για τελευταία την Λυδία Βύρλα –όχι τυχαία. Με αυστηρότητα και προσοχή, δημιούργησε ένα πλάσμα ραδιούργο, που με τις εμφανίσεις και εξαφανίσεις του μοιάζει να καθοδηγεί ολόκληρη την ίντριγκα που λαμβάνει χώρα επί σκηνής. Ξέρει να παίζει και τις στιγμές που δεν βρίσκεται στο επίκεντρο, κι οι σιωπές της είναι εύγλωττες.

Σίγουρα η «Βουργουνδία» δεν θα ήταν η ίδια παράσταση χωρίς τα κοστούμια της Βασιλικής Σϋρμα. Δημιουργός σεμνή, αλλά σημαντικότατη, η Σύρμα έντυσε τους ηθοποιούς με χρώμα και τόλμη, με ρούχα που είναι εποχής χωρίς να είναι, που είναι όλα ξεχωριστά, κι όμως ομοιογενή. Η οπτική ταυτότητα του επί σκηνής αποτελέσματος οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε εκείνη.
Εξίσου ευθύβολο και το σκηνικό της Μαγδαληνής Αυγερινού. Πολυεπίπεδο, με πολλαπλές σημασίες, έχτισε σε συνδυασμό με τη σκηνοθεσία έναν κόσμο αναγνωρίσιμο και μυστηριώδη, προφανή και κρυφό.
Απολύτως εύστοχη και η πρωτότυπη μουσική του Κορνήλιου Σελαμσή.

Επαναλαμβάνομαι όταν εκφράζω το θαυμασμό μου για τους φωτισμούς του Τάσου Παλαιορούτα: ποτέ δεν περισσεύει ίχνος φωτός, ποτέ δεν φαίνεται κάτι λιγότερο ή περισσότερο από το απαιτούμενο, ούτε κιλοβατώρα ή λαμπάκι δεν πάνε χαμένα! Η εμπειρία που φέρει πλέον στην πλάτη του τον έχει καταστήσει σπουδαίο τεχνίτη.
Σε μια σαιζόν δύσκολη, ταλαιπωρημένη, κρίσιμη, τολμώ να πω, για το μέλλον του θεάτρου μας, δουλειές σαν τη «Βουργουνδία» είναι πολύτιμες: προβάλλουν την ουσία κι όχι το φαίνεσθαι. Ούτε πολυδιαφημίστηκε, ούτε προβλήθηκε από τα μέσα. Κατέκτησε τη φήμη της στόμα με στόμα. Θα περιμένω την επόμενη δουλειά της ομάδας Αθώο Σώμα με αγάπη κι εκτίμηση.
