Φωτογραφίες: Χρήστος Ευθυμίου
Ποιες έννοιες υπάρχουν πίσω από το εγχείρημα της «βουλής των σωμάτων», το Parliament, που τρέχει αυτή την περίοδο στο Μουσείο Μπενάκη; Μιλήσαμε με τον ενορχηστρωτή αυτού του πειράματος, Michael Kliën, χορογράφο από την Αυστρία και καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Duke, ο οποίος ανοίχτηκε αναπόφευκτα σε θεματικές που εφάπτονται με την τρέχουσα πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα. Πως αλλιώς; Το Parliament είναι πρωτίστως ένα κοινωνικό πείραμα που αξιοποιεί τις εγγενείς χορογραφίες που αναπτύσσονται στην καθημερινή μας ζωή, επισημαίνοντας ίσως και μια ενσώματη διάσταση στη μεταξύ μας επικοινωνία, την οποία οι συμβατικοί κοινωνικοί κανόνες έχουν απωθήσει ως αμελητέα.
Ας ξεκινήσουμε τη συζήτηση από τα δύο συνθετικά μέρη του όρου «κοινωνική χορογραφία»: από τη μία το κοινωνικό, που παραμένει διαρκώς υπό διαμόρφωση και από την άλλη η χορογραφία την οποία που τείνουμε να αντιλαμβανόμαστε περισσότερο μέσα από έννοιες όπως η σταθερότητα, η δομή, ο ρυθμός σε ένα δεδομένο χρονικό πλαίσιο. Πώς συνδυάζονται αυτές οι τόσο διαφορετικές εκφάνσεις;
Υπάρχει μια μικρή παρανόηση ή μια περιορισμένης εμβέλειας αντίληψη γύρω από την έννοια της χορογραφίας· νομίζουμε ότι πρόκειται για ένα είδος γραφής του χορού ή του χορευτικού σώματος, όπως δηλώνει και η λέξη. Στην πραγματικότητα, είναι απλώς μια επινόηση που χρονολογείται ήδη από το 1700: ο ίδιος ο όρος συνιστά γλωσσική επινόηση, ο οποίος εισήχθη από τον Raoul-Auger Feuillet, που ήταν χοροδιδάσκαλος και ειδικός στη σημειογραφία του χορού.Το ρήμα «χορογραφώ» χρησιμοποιείται τα τελευταία ογδόντα χρόνια περίπου. Ο Forsythe έχει προτείνει έναν πολύ εύστοχο ορισμό της χορογραφίας, ως ένα δεδομένο σε διαρκή ανατροπή. Όταν έκανα τα πρώτα βήματά μου στη χορογραφία, στις αρχές της δεκαετίας του ’90 –πριν ακόμη γνωρίσω τον Forsythe – την αντιλαμβανόμουν σαν τη «σκελετική δομή» της ζωής. Σε ποιο βαθμό η χορογραφία συναρθρώνεται με τη ζωή; Η καθημερινή μας ζωή είναι ούτως ή άλλως χορογραφημένη–από τις αυτοματοποιημένες κινήσεις μέχρι την ίδια τη συγκρότηση της πραγματικότητας. Η έννοια της χορογραφίας στην προκειμένη δεν συνδέεται με μια προσωποκεντρική εξουσία, όπως συνηθίζουμε να πιστεύουμε, αλλά αναφύεται ως αναπόσπαστο στοιχείο της κοινωνικής ζωής. Παρόλα αυτά, όπως ο δυτικός πολιτισμός έχει ερμηνεύσει τον μονοθεϊσμό, αλλά και τον καπιταλισμό, έχουμε καταλήξει να αντιλαμβανόμαστε ένα χορογραφικό έργο ως παράγωγο της αυθεντίας ενός δημιουργού, ο οποίος θέτει τα πράγματα σε μια ορισμένη τάξη. Όταν ένας χορογράφος είναι επικεφαλής και οι υπόλοιποι παραδίδονται ολοκληρωτικά σε αυτόν, τότε υπάρχει ένα σαφές κοινωνικό συμβόλαιο. Γιατί να μην αποπειραθούμε μια πιο ισότιμη συνεργασία στην οποία συμμετέχουμε από κοινού ώστε να οδηγηθούμε περαιτέρω προς το άγνωστο, με όφελος τη συλλογική εμψύχωση και με γνώμονα τη βαθύτερη κατανόηση του κόσμου; Όταν θέτεις στον εαυτό σου μια πρόκληση και προκύπτει κάτι που ξεπερνά τον αντιληπτικό σου ορίζοντα, τότε η διαδικασία αυτή αποκτά πραγματικό ενδιαφέρον.
Παρόλα αυτά, η ανακατανομή της αυτενέργειας, η πεποίθηση πως τα πράγματα συντίθενται ομαδικά και νέες δομές μπορούν να προκύψουν από τη διαδικασία αυτή, απαιτεί ένα πλεόνασμα χρόνου. Μόνο τότε το περίγραμμα του έργου και το τι συνιστά ένα έργο, ξεφεύγει από προϋπάρχουσες εννοιολογήσεις.
Στον κόσμο του χορού έχουμε συνηθίσει σε ρυθμούς παραγωγής που επιβάλουν τη δημιουργία ενός έργου κάθε χρόνο. Δεν μπορείς όμως να εφεύρεις τίποτα καινούργιο αν βρίσκεσαι απλώς σε έναν κύκλο παραγωγής. Αν προσδεθείς σε αυτό το σχήμα, τότε τα πράγματα θα είναι δυσάρεστα. Στις μέρες μας, παρότι οι κύκλοι παραγωγής έχουν μικρύνει λόγω έλλειψης χρημάτων, από την άλλη, παραμένει η λογική του να παράγεις το ένα έργο μετά το άλλο. Πριν από αρκετά χρόνια,έκανα την εξής παραδοχή: «αν στη διάρκεια της ζωής μου καταφέρω να παραγάγω έστω και πέντε έργα που να μου αρέσουν, αυτό θα είναι αρκετό». Μια τέτοια παραδοχή επιβάλλει να αλλάξεις την οικονομία στην οποία συμμετέχεις ως καλλιτέχνης, να αναδιατάξεις τις προτεραιότητες στη ζωή σου –στη δική μου ματιά, αυτό προτείνει κι έναν πολύ καλύτερο τρόπο εργασίας.
Σημειώνεται πλέον ένα παράδοξο στην καλλιτεχνική παραγωγή και στα έργα τέχνης: η ίδια η διαδικασία έχει εντατικοποιηθεί. Πριν από μερικά χρόνια, ας πούμε, η ερευνητική διαδικασία και η παραγωγή έργου ήταν σε κάποιο βαθμό διακριτές. Τώρα, νομίζω ότι η διαδικασία έχει εντατικοποιηθεί ώστε ακόμη και η έρευνα να θεωρείται απλώς προθάλαμος της παραγωγής.
Υπάρχει κάτι προκλητικό και ενδιαφέρον συνάμα, το οποίο δοκιμάζω εμπράκτως σε δομές όπως το Parliament: απλώς εμφανίζεσαι για να λάβεις μέρος. Δεν υπάρχει πλέον διαδικασία· η διαδικασία είναι το έργο. Βεβαίως αυτό το επιχειρώ μόνο στο Parliament, σωστά; Δεν μπορείς να εφαρμόσεις αυτή την πρόταση σε οποιαδήποτε συνθήκη, κάποια έργα χρειάζονται πρόβες και προετοιμασία. Το αποτέλεσμα θα ήταν πολύ διαφορετικό αν είχα στη διάθεσή μου έναν ολόκληρο χρόνο για κάθε έργο και συνεργάτες με συμβόλαια πλήρους απασχόλησης προκειμένου να δημιουργήσουμε κάτι από κοινού. Δεν έχω πλέον αυτή την άνεση χρόνου, παρότι την αναπολώ. Δεν νομίζω ότι η μία περίπτωση είναι πιο πολύτιμη από την άλλη. Η πρωτότυπη γνώση ασφυκτιεί στο υπάρχον μοντέλο, αλλά δεν μπορείς να κατηγορήσεις τους χορογράφους επειδή έχουν ενταχθεί στο σύστημα για την ίδια τους την επιβίωση. Φυσικά, όταν είσαι νέος, δεν σκέφτεσαι με τον ίδιο τρόπο, απλώς ακολουθείς τη γραμμή πιστεύοντας ότι είσαι ο καλύτερος, ότι ενδεχομένως είναι σπουδαίο να παρουσιάζεις τη δουλειά σου σε ένα θέατρο. Δεν την τοποθετείς στο πολιτικό-κοινωνικό πλαίσιο, δεν αναρωτιέσαι τι σημαίνει αυτό, γιατί σε επέλεξαν, τι γνωρίζεις.
Αντιλαμβάνομαι ότι στη δουλειά σου αναζητάς έναν τρόπο να επηρεάσεις τα πράγματα από τα μέσα, σαν μια χειρονομία αλλαγής των θεσμών εκ των έσω. Είναι πραγματικά ενδιαφέρουσα η συνεργασία με το Μουσείο Μπενάκη, επειδή ως θεσμός δεν έχει υπάρξει δεκτικός προς την κοινότητα του χορού, έχοντας φιλοξενήσει μόνο σποραδικά κάποια πρότζεκτ. Οπότε το να καταλάβεις το μουσείο για επτά εβδομάδες και να εδραιώσεις έτσι μια παρουσία είναι σαν να ανοίγεις μια προοπτική προς μια εντελώς καινούργια κατεύθυνση.
Σίγουρα, αλλά πρόκειται για «μερική κατάληψη», η οποία πραγματοποιείται μέσα στα όρια ενός εκθεσιακού χώρου, δεν αφορά επομένως τη διοίκηση. Μόλις αποκτήσεις τον έλεγχο των γραφείων διοίκησης, τότε όντως μιλάμε για κατάληψη, με πρόσβαση σε τραπεζικούς λογαριασμούς και όλα τα σχετικά. Η δική μας είναι μια άλλου είδους κατάληψη –την οποία υποστηρίζω σθεναρά– με την έννοια της πλήρους πρόσβασης στο ίδρυμα. Ακριβώς επειδή τα ιδρύματα δεν λειτουργούν έτσι, πιστεύω πως είναι εξαιρετικά πολύτιμο να τα χρησιμοποιείς με έναν τρόπο που δεν έχει προβλεφθεί από τη σύστασή τους, να τα χρησιμοποιείς δηλαδή «παρασιτικά». Κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν δημιουργούνται καν μεγάλες τριβές. Τοποθετείς έναν ξένο οργανισμό, σαν αυτό που ο Michael Hardt πιθανώς αποκαλεί τέρας, τον τοποθετείς λοιπόν εντός της μηχανής και έπειτα βλέπεις τι θα συμβεί καθώς το τέρας αναλαμβάνει δράση. Μπορεί να μην επηρεάσει καθόλου τη λειτουργία της μηχανής, μπορεί να επηρεάσει μόνο δια του αποτελέσματος τις υπάρχουσες δομές στην Αθήνα ή κάποιες άλλες μέσω των ανθρώπων. Μπορεί να μην επηρεάσει καν τη μηχανή, αλλά το τέρας είναι εκεί και μπορεί τελικά να γίνει… πρόεδρος! Πάντα χρησιμοποιώ τη φράση «φαιδρά ξεκινήματα»: μου αρέσει γιατί είναι σαν να κάνεις μια παράτολμη γελοία αρχή, εντελώς αντίθετα από το αν ανακοίνωνες επίσημα ότι αναλαμβάνεις τον θεσμό και απαιτούσες πρόσβαση σε όλους τους λογαριασμούς!

Μου αρέσει επίσης αυτό που λέει ο John Holloway: να αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να πάρουμε την εξουσία.
Με έχει απασχολήσει ιδιαιτέρως αυτό το διακύβευμα, επειδή πιστεύω πως οι αλλαγές πρέπει να έχουν μια ηθική βάση, να έρχονται μέσα από τη διαπροσωπική σχέση, να εξαπλώνονται όπως ένας ιός. Δεν είναι ότι έχω τις απαντήσεις και πρέπει να σας τις δώσω. Αυτό που επιχειρούμε ένα εκπαιδευτικό, παιδαγωγικό έργο, μια πρόσκληση να ανοιχτούμε μαζί σε νέα εδάφη και αυτό από μόνο του είναι συναρπαστικό. Από την άλλη, ξέρω τι σημαίνει να έχεις πρόσβαση σε πόρους. Στην Ιρλανδία, διηύθυνα μια ομάδα, την DACTA, επομένως γνωρίζω τι σημαίνει να χτίζεις ένα ουτοπικό πολιτιστικό κέντρο στην καρδιά μιας πόλης, με ένα εναλλακτικό όραμα λειτουργίας. Οπότε είμαι δίβουλος ως προς αυτό. Ναι, χωρίς χρήματα για ηλεκτρισμό από τη μία, αλλά από την άλλη, τα πράγματα είναι πολύ πιο ομαλά αν έχεις ρεύμα. Νιώθω ότι,έχοντας εξασφαλίσει τα βασικά, δημιουργείς τις προϋποθέσεις και τη γνώση ώστε όταν κάποιος αποκτήσει την εξουσία να τη χρησιμοποιήσει με σύνεση. Βρισκόμαστε άλλωστε στο σημείο της ανθρώπινης εξέλιξης όπου αυτές οι πολιτισμικές τεχνολογίες μπορούν να μας οδηγήσουν πραγματικά σε άλλες, πιο ειρηνικές, μορφές συνύπαρξης. Αυτή είναι η πρότασή μου.
Αναγνωρίζω σ’ αυτό και μια οικολογική πρόταση, αφού πλέον οι επιστήμονες υποστηρίζουν πώς η εξέλιξη οφείλεται στην αλληλεξάρτησή μας με άλλα έμβια όντα που δεν είναι καν ορατά και πράγματα που θεωρούμε ασήμαντα, τα οποία αντιθέτως αποδεικνύονται εξαιρετικά σημαντικά, ώστε να αναθεωρήσουμε ριζικά την αντίληψή μας για την εξέλιξη, όπως προτείνεις και εσύ ο ίδιος.
Ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε την εξέλιξη, το πώς λειτουργεί η φύση γενικά, ακόμη και το γεγονός ότι πιστεύουμε πως η φύση «λειτουργεί», μας έχει δοθεί από επιστήμονες, συνιστά,παρόλα αυτά, μια αμφιλεγόμενη ανάγνωση. Η ιστορία μάς διδάσκει πως ο τρόπος με τον οποίο βλέπουμε τη φύση υπήρξε ανέκαθεν εξεζητημένα απλός· στη συνέχεια προσπαθήσαμε να επιβάλουμε αυτή την περιορισμένη μας οπτική σε ανθρώπινες κατασκευές και ανθρώπινες χορογραφίες, όπως τις αποκαλώ. Μέσα από αυτή την μονομερή οπτική, πολλά πράγματα σε κρίσιμα σημεία πάνε λάθος. Η φύση είναι πολύ πιο μυστηριώδης, ανεξάντλητη όπως λέτε, γεμάτη από μικροσκοπικές αλλαγές, από πράγματα για τα οποία δεν έχουμε ιδέα. Παρότι αυτό δεν περιλαμβάνεται στον τρόπο σκέψης μας, η σύγχρονη χορογραφία συχνά αγκαλιάζει το άγνωστο, τον τρόπο που προσπαθούμε να αισθανθούμε τι υπάρχει εκεί έξω, διευρύνοντας τη φαντασία μας. Μπορούν ο χορός και η χορογραφία που ανοίγονται σε άλλα πεδία –ένας πραγματικός μικρόκοσμος της performance όπως τον αποκαλεί ο Hewitt– να συναποτελέσουν μια λειτουργία των κοινωνικών δομών; Ο Steve Falk αποκαλεί συχνά τον χορό ως τη μορφή τέχνης του 21ου αιώνα, επειδή είναι το μέσο με το οποίο μπορούμε να πειραματιστούμε εμπειρικά με άλλες κοινωνικές μορφές.
Θυμήθηκα τον Merce Cunningham που συνήθιζε να λέει ότι «ο μόνος τρόπος να το πετύχεις είναι να το δοκιμάσεις». Σκέφτομαι τους χορευτές ως ενσώματους στοχαστές, οι οποίοι καλούνται να πάρουν αποφάσεις εν κινήσει.Μερικές φορές είναι ωραίο να μην προβλέπεις το επόμενο βήμα,να αφήνεσαι σε μια διαρκή διαπραγμάτευση, στην οποία απαντήσεις και κατευθύνσεις επιβεβαιώνονται μόνο ως ενσώματες αποφάσεις.
Εμένα μου θυμίζει αυτό το σπουδαίο δοκίμιο του Alain Badiou, «Ο χορός σαν μεταφορά για τη σκέψη», στο οποίο υποστηρίζει βασικά ότι υπάρχουν δύο διαφορετικοί χοροί ή επιχειρεί μια διάκριση ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς χορούς. Τον χορό με Χ κεφαλαίο, στη θεσμική του συγκρότηση, ο οποίος αναπαράγει αυτό που το κράτος ή η κοινωνία αντιλαμβάνεται για τον χορό, κωδικοποιώντας συγκεκριμένους τρόπους παραγωγής, εννοιολογήσεις του φύλου, με συγκεκριμένη γεωγραφική διασπορά, χωρίς κανένα ενδιαφέρον για την ατομική σκέψη. Αυτός ο Χορός, προπαγανδίζει από γενιά σε γενιά μια συγκεκριμένη ιδεολογία για το σώμα και τη σχεσιακότητα, διαιωνίζοντας συγκεκριμένες κοινωνικές αξίες, οι οποίες ενδέχεται να αλλάζουν με την πάροδο του χρόνου –για παράδειγμα, ο μοντερνισμός έχει διαφορετική κοινωνική αξία από το μπαλέτο. Από την άλλη, υπάρχουν τρόποι αντίληψης που εδράζονται στη φιλοσοφία και ο Badiou προσεγγίζει σαν το ίδιο το σκέπτεσθαι, σαν ένα μυ που εκτείνεται και το συμβάν της σκέψης προκύπτει μυστηριωδώς, μέσα από πολύπλοκες νοητικές διαδράσεις. Αυτός είναι ένας εντελώς διαφορετικός τρόπος κίνησης, θα μπορούσαμε ενδεχομένως να τον ονομάσουμε φαινομενολογικό τρόπο βίωσης και εξερεύνησης της κίνησης. Ο χορός δεν είναι απλώς μια μεταφορά για την σκέψη, αλλά είναι ήδη μια μορφή σκέψης. Αν εκλάβουμε τη συνείδηση σαν ένα όργανο ενός μεγαλύτερου οργανισμού, πέρα από τον μονισμό, σαν ο νους και η ύλη να ήταν δύο ανεξάρτητες αρχές,τότε αρχίζουμε να αντιλαμβανόμαστε διαφορετικά τον κόσμο γύρω μας. Δεν έχουμε αίσθηση του τι συμβαίνει πραγματικά στο σώμα μας,δεν ξέρουμε τι υγρά χρειάζεται για να χωνέψει αυτό που μόλις φάγαμε,δεν έχουμε αίσθηση του τι συμβαίνει εντός μας, οι σκέψεις εξαφανίζονται μέσα σε αυτό το βαθύ σκοτάδι, όπως έλεγε ο Γιουνγκ. , Επιθυμώ να εργαστώ στο πεδίο αυτό με την επίγνωση ότι ο χορός και η σκέψη είναι το σημείο όπου μπορούν να αναδυθούν νέες μορφές αντί των καθιερωμένων μορφών δεξιοτεχνίας ή μοτίβων έκφρασης. Εφαρμόζοντάς την σκέψη αυτή σε ένα ευρύτερο θεσμικό πλαίσιο, μπορούμε να δημιουργήσουμε θεσμούς που ενισχύουν τη μάθηση, μας φέρνουν σε επαφή με το άγνωστο, θεσμούς, άρα,που αποδέχονται την ίδια τους την εκθεμελίωση και δύνανται να οργανώνουν διαφορετικά τον κόσμο γύρω τους. Μπορούμε να επινοήσουμε πολύ πιο ενδιαφέροντες θεσμούς, κοινωνικούς ή άλλους, που θα λειτουργούν σε ένα πολύ πιο εξελιγμένο επίπεδο, αντί αυτών των ασφυκτικών κουτιών μέσα σε κουτιά, στα οποία όποιος κάθεται αποκλείει την είσοδο ή έξοδο σε άλλους.
Να σκέφτεται κανείς πέρα από τα στεγανά, όπως λες, παρόλα αυτά το πείραμα διεξάγεται μέσα ένα κουτί, όχι εννοιολογικά, αλλά χωρολογικά. Στην ομιλία σου, προηγουμένως, το περιέγραψες σαν ένα κελί απομόνωσης. Αυτή η ιδέα συνεπάγεται την απώλεια όλων εκείνων των στοιχείων που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως ενδιάμεσο για να εξερευνήσουμε τη σχεσιακότητα;
Αυτή είναι και η βασική αρχή του «Parliament»: να λειτουργεί σχεδόν σαν ένας θάλαμος αισθητηριακής ή κοινωνικής απομόνωσης. Δεν ξέρω αν το εκφράζω σωστά: στην πραγματικότητα παρεμποδίζει την όποια κανονική αλληλεπίδραση, δηλαδή τις χειραψίες, τους χαιρετισμούς, τις κουβέντες. Τις αποτρέπει, ενώ αποτρέπει και τη διαφυγή, αυτό που θα έκανες σε κάθε άλλη περίπτωση βρισκόμενος σε αυτή τη θέση, να παίζεις δηλαδή με το τηλέφωνό σου ή οτιδήποτε άλλο θα σου επέτρεπε να ξεφύγεις νοερά. Δεν υπάρχει τίποτα στο δωμάτιο, εκτός από σένα και τους άλλους. Έτσι, το μόνο πράγμα που μπορεί να αποκτήσει ενδιαφέρον είναι η αντίδρασή σου προς αυτούς, στα συναισθήματα που προκύπτουν. Έρχεσαι σε επαφή με το συναίσθημά σου, με τις αισθήσεις σου, και στη συνέχεια βλέπεις πώς αλληλεπιδράς με τους άλλους. Πώς επηρεάζεσαι και πώς επηρεάζεις; Είμαστε θηλαστικά και λειτουργούμε σαν θηλαστικά, μεγάλο μέρος της κοινωνικής μας οργάνωσης το επιβεβαιώνει. Στη συνέχεια μεσολαβούν στρώματα κοινωνικοποίησης, τα οποία είτε καταστέλλουν τη σοφία των θηλαστικών, είτε αναιρούν ένα είδος γνώσης που όλοι έχουν αλλά δεν αντιλαμβάνονται καν ως αναιρεμένο. Το Parliament δίνει το χρόνο και το χώρο ώστε να συνειδητοποιήσουμε πως ο κόσμος είναι πολύ πιο πολύπλοκος, πολύ πιο μυστηριώδης, πολύ πιο όμορφος. Και οι άλλοι άνθρωποι είναι πολύ πιο πολύπλοκοι, πολύ πιο μυστηριώδεις, πολύ πιο όμορφοι απ’ ό,τι νομίζατε λίγες ώρες πριν.
Η ιδέα της περιπλοκότητας έρχεται συχνά στη συζήτησή μας· στο κοινωνικό πεδίο, ορισμένες από τα κάτω στρατηγικές οργάνωσης οφείλουν να παραμένουν αόρατες. Προσπαθώ να καταλάβω πώς λειτουργεί αυτό, όταν τα πάντα είναι τόσο διαφανή στο δωμάτιο, ταυτόχρονα όμως λέμε πως είναι και τόσο περίπλοκα.
Δεν ξέρω αν είναι πραγματικά διαφανή. Στο Parliament δεν δίνω τους κανόνες εκ των προτέρων, σε γραπτή μορφή, τους μοιράζομαι μόνο προφορικά, γιατί νομίζω ότι αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τους κανόνες. Δεν πρόκειται για παρτιτούρα, σίγουρα όχι· υπάρχει μια βαθιά μελετημένη πρόταση. Φυσικά μέσα σε αυτήν κάποιες από τις λειτουργίες είναι αδιαφανείς –οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν πάντα γιατί και πώς συμβαίνουν κάποια πράγματα, αλλά συμβαίνουν. Δεν πιστεύω ότι όλα πρέπει να είναι ανοιχτά, δεν πιστεύω ότι έτσι λειτουργεί το σύστημα. Στη συστημική θεωρία λέμε πως αν μπορούσες να δεις το πώς βλέπεις δεν θα μπορούσες να δεις. Υπάρχει κάτι σε αυτό, να εμπιστεύεσαι τους άλλους ανθρώπους, να αναλαμβάνεις την ευθύνη που σου αναλογεί. Δεν είμαι ιδιαιτέρως ενάντια στην ιεραρχία· μου αρέσει η ιεραρχία όταν επισκέπτομαι τον οδοντίατρο, γιατί ξέρω ότι μπορώ να εμπιστεύομαι ότι θα με φροντίσει, παραχωρώ επομένως μέρος της αυτενέργειάς μου, σωστά; Εκτιμώ αυτή την αναδιανομή στην κοινωνία. Αυτό που είναι προβληματικό ωστόσο, είναι η αξία που δίνουμε στην ευθύνη που διαμοιράζεται ανάμεσά μας, καθώς έχουμε ένα αξιακό σύστημα που συνδέεται με την εξουσία.

Η ιδέα της αναδιανομής της ευθύνης και η εγγραφή της σε ένα αξιακό σύστημα που δεν σχετίζεται με την εξουσία, μπορεί να έχει περιορισμένο εύρος εφαρμογής. Οι μικρότερες κοινότητες βρίσκουν το δρόμο τους μέσω άλλων μορφών ή δομών οργάνωσης και εκπροσώπησης.
Φανταζόμαστε ότι τα συστήματα που έχουμε στη διάθεσή μας είναι και τα μόνα που μπορούν να λειτουργήσουν. Θα μπορούσαμε να βελτιώσουμε σε μεγάλο βαθμό το υπάρχον σύστημα, αυτό πιστεύω ότι μπορεί να κάνει η χορογραφία –αν και μακρινός στόχος, νομίζω ότι θα ήθελα να δω τη χορογραφία να εξελίσσεται προς αυτή την κατεύθυνση, ώστε να αξιοποιήσουμε πραγματικά όλη τη διαθέσιμη γνώση, η οποία περιλαμβάνει προφανώς και την ενσώματη γνώση. Το να δημιουργήσουμε νέου είδους συστήματα διακυβέρνησης ακούγεται σαν όνειρο απατηλό, αλλά για μένα αυτό είναι πιο ενδιαφέρον από το να πειραματιζόμαστε με ένα χορευτικό βήμα μπροστά σε έναν καθρέφτη. Παραδόξως, αυτό κάνουν οι πολιτικοί, προσπαθούν να φανταστούν ένα μέλλον, και στη συνέχεια φτιάχνουν τους νόμους για να φτάσουν σε αυτό το μέλλον. Με τη λογική αυτή, οι πολιτικοί είναι όντως χορογράφοι, ακόμη και αν δεν θέλουμε να τους βλέπουμε έτσι, όπως ακριβώς εμείς οι χορογράφοι και οι καλλιτέχνες του χορού, στεκόμαστε στο στούντιο προσπαθώντας να φανταστούμε διαφορετικούς τρόπους κίνησης και στη συνέχεια δοκιμάζουμε εμπράκτως αυτούς τους τρόπους κίνησης. Θα ήταν πολύ πιο γόνιμο ή απλά ζωτικό, πρακτικά και μεταφορικά, αν συνειδητοποιούσαμε τον τρόπο που οι δύο αυτές διαδικασίες μπορούν να αλληλοτροφοδοτούνται. Προτείνω να εκλάβουμε το στούντιο χορού ως ένα εμβρυακό στάδιο της πολιτικής, έναν χώρο «κοινής βούλησης», όπως πρότεινε κάποτε ένας φίλος.
Είναι κάπως ειρωνικό όταν επιχειρείς αυτόν τον παραλληλισμό ανάμεσα στους πολιτικούς και την κοινωνική χορογραφία, σε μια συγκυρία μάλιστα που στην Ελλάδα είμαστε πραγματικά απογοητευμένοι από τους πολιτικούς, γιατί όπως περιγράφεις, συνεχίζουν να κάνουν τα ίδια βήματα μπροστά στον καθρέφτη, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τους το τι έχει να τους πει η κοινωνία. Εσύ ο ίδιος άλλωστε αμφισβήτησες την παραδοσιακή έννοια της χορογραφίας, ξεκινώντας από την ηθική για να καταλήξεις στην κοινωνική χορογραφία.
Λοιπόν, όσο εσύ μπορείς να μιλάς για πολιτικούς, άλλο τόσο εγώ θα μπορούσα να μιλώ για χορογράφους, οι οποίοι αρνούνται να κάνουν οτιδήποτε άλλο εκτός του να αναπαράγουν βήματα ή να δημιουργούν κάτι όμορφο, συμβατό με την καθιερωμένη ιδέα περί ομορφιάς. Η ίδια λογική είναι, σωστά; Αυτό δεν βαραίνει μόνο τον χορό, προφανώς, σημειώνεται σε κάθε πτυχή της κοινωνίας: διαδηλώνουμε εναντίον των πολιτικών επειδή δεν είναι πιο δημιουργικοί, δεν είναι πιο ευφάνταστοι, αλλά πώς θα μπορούσαν, από πού θα μπορούσαν να έχουν διδαχτεί; Οι τέχνες θα έπρεπε να τους δείξουν τον τρόπο, η εμπροσθοφυλακή της κοινωνίας μας είναι οι τέχνες. Δεν υπάρχει βέβαια ένας δρόμος, αλλά πολλοί πιθανοί δρόμοι, δυνατότητες, τους οποίους μπορούμε να εξερευνήσουμε με ήπιους τρόπους, γιατί αν τα κάνεις μαντάρα στο στούντιο, ο κόσμος δεν θα καταρρεύσει.
Πώς μπορεί να συμβεί αυτό όταν γνώμονας για τις νέες παραγωγές στον χορό είναι το να είναι ευπώλητες και να γεμίζουν τα θέατρα;
Λέω συχνά πως η σημερινή στασιμότητα στον χορό οφείλεται σε έναν μεγάλο βαθμό σε μια τραγική συγκυρία στην ιστορία των λυρικών θεάτρων. Κάποτε τα λυρικά θέατρα έπιαναν φωτιά σε τακτική βάση και έτσι οι χώροι πάντα αναδιαμορφώνονταν με βάση τις τρέχουσες εξελίξεις στην κοινωνία, όχι μόνο το γούστο της υψηλής κοινωνίας. Επομένως, μαζί με την ανακαίνιση των θεάτρων ερχόταν και η αλλαγή στον τρόπο παρουσίασης του μπαλέτου και στον τρόπο αναπαράστασης των ιστοριών στην όπερα. Κάποια στιγμή ένας μηχανικός εφηύρε ένα σύστημα πυρασφάλειας και αυτά τα ιστορικά θέατρα έγιναν άφθαρτα. Για κάποιο λόγο, έχουμε κολλήσει στον 19ο αιώνα με μια λογική παραγωγής για να συντηρεί τα θέατρα του 19ου αιώνα. Αλλά αυτή είναι και η λογική του ύστερου καπιταλισμού· να τοποθετούμε την τέχνη σε γκέτο, δημιουργώντας έτσι έναν θάλαμο αντηχήσεων, καλώντας τον θεατή να λάβει μέρος σε μια ψευδο-πνευματική αφύπνιση στις οχτώ μετά μεσημβρίας ακριβώς.
Αυτή η θέση είναι αρκετά πεσιμιστική, αποδυναμώνει το έργο καλλιτεχνών που δημιουργούν μέσα σε μεγάλους θεσμούς, ακόμη κι αν η λογική ενός μεγάλου θεσμού είναι να μην ξεπερνούνται τα στεγανά που ο ίδιος επιβάλλει.
Ήμουν καυστικός, ομολογουμένως, επιχείρησα όμως να διατυπώσω κάτι βουτώντας στα βαθιά. Εργάζομαι ως καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Duke, εμπλέκομαι σε δομές όπου η θεσμική σκέψη μού επιτρέπει να λειτουργώ μέσα από συγκεκριμένες μορφές εργασίας, μη παρεκκλίνοντας από την προγραμματική ροή. Ακόμη και υπό αυτές τις συνθήκες,υπάρχει τρόπος να ξεφύγεις και να ανατρέψεις το υπάρχον πλαίσιο. Δεν λέω ότι μπορείς να το κάνεις συνέχεια. Πολλοί καλλιτέχνες ζουν πολύ καλά μέσα σε αυτές τις δομές, σωστά; Επιχειρώ μια μικρή διάκριση ανάμεσα σε καλλιτέχνες που τάσσονται υπέρ του «υπαρξιακού αισθητισμού» – ωραιοποιούν δηλαδή μια υπαρξιακή συνθήκη, αλλά στην πραγματικότητα δεν αλλάζει τίποτα – και σε καλλιτέχνες που δεν ενδιαφέρονται γι’ αυτού του είδους την ωραιοποίηση, που με το έργο τους διαρρηγνύουν την υφιστάμενη πραγματικότητα. Η πρότασή μου λοιπόν είναι η εξής: ο χορός να βρίσκεται πάντα σε διανοητική εγρήγορση, να είναι φιλομαθής και φιλοπερίεργος με ό,τι ανακαλύπτει, να σκέφτεται με τρόπους που αναθεωρούν την ίδια του την ύπαρξη.
