Φωτογραφίες: Άρης Λυχναράς
Το καλοκαίρι που μας πέρασε το «MAMI». του Mario Banushi συμπεριελήφθη στο πρόγραμμα του Φεστιβάλ της Αβινιόν –μια τιμή που μετρημένες στα δάχτυλα ελληνικές παραστάσεις έχουν γνωρίσει ως τώρα. Βρεθήκαμε να ταξιδεύουμε με το ίδιο αεροπλάνο προς τη Μασσαλία, ώστε να συνεχίσουμε με τραίνο προς την πόλη των Παπών. όμως η τύχη είχε άλλα σχέδια: μια μεγάλη δασική πυρκαγιά έκλεισε το αεροδρόμιο της Μασσαλίας, με αποτέλεσμα να προσγειωθούμε στη Νίκαια – μερικές εκατοντάδες χιλιόμετρα πιο μακριά. Αφού μηχανευτήκαμε κάθε δυνατό τρόπο για να φτάσουμε στον προορισμό μας, μέσα από τραίνα κι αυτοκίνητα κατορθώσαμε να βρεθούμε στην Αβινιόν νύχτα πια. Αυτές οι ώρες χρησίμευσαν στο να γνωριστούμε καλύτερα και να πούμε πράγματα που κι εσείς θα διαβάσετε τώρα. Επίσης, οι διθύραμβοι τόσο του γαλλικού και διεθνούς τύπου όσο και του διευθυντή του Φεστιβάλ Τιάγκο Ροντρίγκες, χάρισαν στον Mario προβολή στο εξωτερικό ακόμα μεγαλύτερη από αυτή που ήδη είχε.
Είχα την τύχη να ανακαλύψω τον Mario Banushi πολύ νωρίς: ήμουν στην πρεμιέρα της πρώτης του παράστασης «Ragada» και του έγραψα την πρώτη του κριτική, άφωνος από το γεγονός ότι αυτό το 23χρονο παιδί ήταν ένας έτοιμος καλλιτέχνης –ούτε υποσχόμενος, ούτε ελπίδα για το μέλλον: έτοιμος! Έχοντας παρακολουθήσει το σύνολο της δουλειάς του μέχρι σήμερα, σκέφτηκα πως ήταν η ώρα για μια συζήτηση εφ’ όλης της ύλης. Και ιδού…
Ή πρώτη σου εμφάνιση που θυμάμαι ήταν στο «Rooms 2022» του αξέχαστου Γεράσιμου Καππάτου, που χάσαμε πολύ ξαφνικά.
Ναι, είναι πολύ κρίμα. Τoν είχα δει έναν μήνα πριν πεθάνει. Είχαμε βγει για φαγητό στη Φειδίου. Εγώ είχα πρόβες τότε για το «Taverna Miresia», το καλοκαίρι του 2024 που πέθανε. Είχαμε βρεθεί γιατί θα έκανα μια έκθεση φωτογραφίας στη γκαλερί του. Είχαμε διαλέξει τις φωτογραφίες, ποιοι, πότε, πώς, τα πάντα! Και ξαφνικά μετά από ένα μήνα ξαφνικά βλέπω: Θα σε θυμόμαστε Γεράσιμε… Και έπαθα σοκ! Είχα ανατριχιάσει.
Θεωρώ ότι θα περάσουν χρόνια μέχρι να εκτιμηθεί πραγματικά το τι προσέφερε ο Γεράσιμος.
Είναι πολύ μεγάλο αυτό που προσέφερε.
Έμαθα κάτι μόλις αυτή τη στιγμή για εσένα. Δεν ήξερα ότι φωτογραφίζεις.
Α, ναι. Φωτογραφίζω, πολύ κιόλας. Μ αρέσει πάρα πολύ η φωτογραφία. Μπορώ να σου δείξω και κάποιες.
Πολύ θα ήθελα να δω.
Εδώ και τέσσερα πέντε χρόνια φωτογραφίζω με φιλμ και τις μαζεύω. Κάποιες, όχι όλες φυσικά για να κάνω μια έκθεση.
Έγχρωμο ή ασπρόμαυρο;
Έγχρωμο. Τώρα έκανα πρώτη φορά ασπρόμαυρο και δεν έχει εμφανιστεί ακόμα. Περιμένω να δω το αποτέλεσμα.

Έχοντας δει αυτό που είχες κάνει στα Rooms αλλά και ερχόμενος στην πρεμιέρα της «Ragada» στην Ηλιούπολη, είχα σκεφτεί: αυτό το παιδί είναι 23 ετών και έτοιμος καλλιτέχνης. Ήθελα να σε ρωτήσω: πώς μπήκε στη ζωή σου η τέχνη; Θυμάσαι τι ήταν αυτό που σε έβαλε σε αυτό το δρόμο;
Δεν ξέρω. Η αλήθεια είναι πως κάθε φορά απαντάω κάτι του στυλ: στο σχολείο όπου είχα συμμετάσχει στη θεατρική παράσταση ή όταν μας πήγαιναν με το σχολείο σε κάποιο μουσείο ή γκαλερί σπάνια… Μου άρεσε. Αλλά δεν έχω πολύ καθαρό λόγο για τον τρόπο που μπήκα στα καλλιτεχνικά. Είχα πάντα την τάση για κάποιο περίεργο λόγο, από το πουθενά. Πάντα μου άρεσε να ζωγραφίζω. Ξεκίνησε με το να ζωγραφίζω κοχύλια που μάζευα το καλοκαίρι στις διακοπές. Μετά γύρναγα το Σεπτέμβρη κι όλο τον χειμώνα ζωγράφιζα ένα-ένα τα κοχύλια που είχα μαζέψει. Ήρθε πολύ φυσικά, ήταν λες και ήμουν από οικογένεια καλλιτεχνών. Όμως και στη μητέρα μου και στους συγγενείς μου ήταν εντελώς αφύσικο. Μου έλεγαν: από πού και ως πού; Γιατί σου αρέσει; Πραγματικά δεν έχω καταλάβει το λόγο για τον οποίο μπήκα σε αυτό το χορό. Και λίγο κατά τύχη. Η δραματική σχολή ήρθε όντως κατά τύχη. Δεν ήξερα με τι θέλω να ασχοληθώ στην τέχνη, και απλά έτυχε να δω ένα άτομο στο δρόμο που το ήξερα, ρώτησα τι κάνει και μου είπε ότι σπουδάζει σε δραματική σχολή. «Τι είναι αυτό;» ρώτησα. Προσπάθησε να μου εξηγήσεις τι είναι δραματική σχολή. Και χωρίς καν να ξέρω τι είναι δραματική, πήγα στα δεκαεπτάμισυ κι έδωσα εξετάσεις. Ανακάλυψα ότι είναι δραματική σχολή από τη στιγμή που μπήκα μέσα.
Η τύχη είναι φοβερός παράγοντας. Το πρώτο πράγμα που είχα ρωτήσει το βράδυ που γνωριστήκαμε ήταν αν έχεις βγάλει Σχολή Καλών Τεχνών.
Ναι, το θυμάμαι. Και μετά αυτή η ερώτηση ακολούθησε από πολλούς. Ήσουν ίσως ο πρώτος που το είχε ρωτήσει. Και μετά όσοι έβλεπαν την «Ragada» και στο «Goodbye Lindita» με ρώταγαν. Κάποιοι νομίζουν ότι έχω σπουδάσει μόνο στην Καλών Τεχνών, όχι σε δραματική.
Δεν σου είχε περάσει από το μυαλό;
Ναι, μου είχε περάσει. Ήθελα να δώσω στην Καλών Τεχνών, αλλά λόγω οικονομικών δυσκολιών δεν μπορούσα να κάνω μαθήματα, τα κλασικά φροντιστήρια. Δεν έκανα ποτέ τέτοια και δεν έδωσα ποτέ εξετάσεις. Και όταν είχα μπει στην δραματική, πάντα ήταν όνειρο για μένα. Σκεφτόμουν: Τι κάνω εγώ εδώ; Θα θελα να είμαι στην Καλών Τεχνών! Το έλεγα συνέχεια. Ή πήγαινα στο κτίριο, που μου αρέσει πάρα πολύ, όπως και η αυλή τους . Και χάζευα και έλεγα: Πω πω, τι ωραία που θα ήταν να σπουδάσω εδώ!
Και ούτε έκανες κάποιου είδους σεμινάρια προς αυτή την κατεύθυνση.
Όχι, τίποτα, τίποτα δεν έχω κάνει, ούτε μάθημα ζωγραφικής ή εικαστικών ή γλυπτικής ή κάτι τέτοιο, αλλά μ αρέσει να καταπιάνομαι με αυτά. Τώρα καταπιάνομαι πολύ και με τα γλυπτά. Έχω φτιάξει κάποια πράγματα και μπορεί να οργανώσω κάτι σε έκθεση, αλλά θέλω γίνει έτσι όπως το έχω ονειρευτεί . Έχω φτιάξει κάποια προσωπεία, κι άλλα διάφορα που θα ήθελα κάποια στιγμή να τα δείξω σε κόσμο.

Πήγες στη σχολή του Ωδείου. Και μάλιστα έχουμε δει πολλά παιδιά από το έτος σου στις δουλειές σου.
Όχι πολλά, αλλά κάποια ναι. Ο Φώτης Στρατηγός που ήταν στο έτος μου είναι στο «MAMI». Η Εριφύλη Κιντζόγλου ήταν στο «Goodbye Lindita» ήταν στο έτος μου. Η Αφροδίτη Καποκάκη που ήταν στο έτος μου ήταν βοηθός μου στο «Goodbye Lindita» στη δεύτερη φάση -στην αρχή ήταν η Θεοδώρα Πατητή.
Είναι καλή σχολή τελικά.
Ναι, πάρα πολύ καλή. Είναι από τις πιο όμορφες εμπειρίες που έχω. Τέσσερα χρόνια με υπέροχους καθηγητές, με τον Κωνσταντίνο Αρβανιτάκη στη διεύθυνση -απίστευτο άνθρωπο, με πολύ χιούμορ, κατανοητό, αυστηρό. Πέρασα πραγματικά υπέροχα αυτά τα τέσσερα χρόνια! Ξυπνούσα και πήγαινα με όρεξη στη δραματική σχολή. Δεν ξέρω αν έφταιγε και η ηλικία μου γιατί ήμουν 18 παρά όταν μπήκα και τελείωσα στα 20, οπότε το ζούσα όλο σαν εκδρομή. Υπήρχαν άλλα παιδιά στο έτος μου που μπήκαν πιο μεγάλοι σε ηλικία, που ένιωθαν και μια κούραση, σιχτιρίζαν πού και πού. Τους καταλαβαίνω, καταλαβαίνω τους λόγους, αλλά εγώ το ζούσα σαν όνειρο.
Κάνατε και περφόρμανς;
Είχαμε μάθημα περφόρμανς με τον Γιώργο Ζαμπουλάκη, κάτι που στις άλλες δραματικές δεν είχανε, δεν ξέρω ακόμα αν έχουνε. Κάναμε βιντεοπροβολές μια φορά την εβδομάδα με ταινίες και βίντεο παραστάσεων, υλικό που το έχει μόνο ο Ζαμπουλάκης από γνωστούς γνωστών, είναι ένα αρχείο που δεν το βρίσκεις πουθενά. Από παραστάσεις της Πίνα Μπάους, του Όστερμάγιερ μέχρι Μαρτάλερ, μέχρι DV8… Μας έδειχνε κάθε βδομάδα μια παράσταση. Μαζευόμασταν όλα τα έτη, βλέπαμε την προβολή και μετά την αναλύαμε. Αυτό με επηρέασε επίσης πολύ. Με επηρέασε το ότι ήθελα να ασχοληθώ με τον χορό και στο δεύτερο έτος σκέφτηκα να αφήσω την σχολή και να πάω να δώσω εξετάσεις σε σχολή χορού. Ακόμα δεν καταλάβαινα με τι θέλω να καταπιαστώ μέχρι να καταλήξω στη σκηνοθεσία, που εν τέλει τα εμπεριέχει όλα. Ήθελα να δώσω εξετάσεις, έκανα και προετοιμασία για να δώσω στην Κρατική. Είχα συμβουλευτεί και τον αγαπημένο μου δάσκαλο Χρήστο Παπαδόπουλο που τον είχα 3 χρόνια στη σχολή, την Αμάλια Μπένετ που είναι πολύ καλή μου φίλη -τους ρώταγα όλους, και ήταν να δώσω εξετάσεις να αφήσω το ωδείο. Δεν το άφησα τελικά, αλλά πήγαινα και παρακολουθούσα μαθήματα στην σχολή χορού του Ωδείου, είχα πάρει άδεια τον Αρβανιτάκη και ανέβαινα πάνω και έκανα και μαθήματα στην σχολή χορού αντί για τα δικά μου. Εκεί μου είπαν: έλα εδώ να δώσεις εξετάσεις, σε θέλουμε. Αλλά σκέφτηκα ότι δεν θέλω να περάσω άλλα 4 χρόνια στο Ωδείο, δεν έβλεπα τον εαυτό μου οκταετία σε αυτό το κτίριο καθημερινά, οπότε είπα όχι. Και τότε είναι που ανακάλυψα τη σκηνοθεσία. Μετά για μένα δεν είχε νόημα να σπουδάσω ή να ασχοληθώ με τον χορό ή ως ηθοποιός. Κάπως είχα στο μυαλό μου ότι το ιδανικό είναι να ασχοληθώ με τη σκηνοθεσία. Αυτό ήταν.

Κάπου μέσα στην περιπέτειά μας στο τραίνο για τη Μασσαλία μού είχες πει μια ιστορία από τη ζωή σου στη σχολή, για μια περφόρμανς πάνω στον Άμλετ.
Ναι. Κάναμε τον «Άμλετ» με την Ιώ Βουλγαράκη. Δεν θυμάμαι αν ήταν δεύτερο ή τρίτο έτος -νομίζω τρίτο. Είχε βάλει τότε κάποια άτομα από εμάς να αναλάβουν την σκηνοθεσία κάποιων σκηνών και εγώ είχα αναλάβει μια σκηνή. Την κάναμε πρόβες για δυο βδομάδες, στην ουσία σκηνοθέτησα τους συμφοιτητές μου, μια ομάδα με 6-7 άτομα από το έτος. Και ήρθε η μέρα που το παρουσιάσαμε στην Ιώ και ήταν πολύ θετική, γιατί είχα πάει κάτι εντελώς δικό μου. Δηλαδή εννοώ είχε κείμενα κανονικά. Σκηνοθέτησα τη σκηνή που ήταν να σκηνοθετήσω, αλλά χωρίς κείμενο. Ήταν όλο εικαστικό. Ασχολήθηκα από τα φώτα μέχρι τα κοστούμια, μέχρι την κίνηση των συμφοιτητών μου. Ήταν πολύ διαφορετικό από αυτά που κάναμε γενικά στην σχολή.
Ποια σκηνή;
Πω πω! Δεν θυμάμαι ποια σκηνή, γιατί την είχα αλλάξει τόσο πολύ… Ήταν όπως θα έκανα όντως αν καταπιανόμουν ποτέ με κάποιο έργο. Πιστεύω ότι θα έπαιρνα την ψυχή του έργου, αλλά θα άλλαζα αυτό που συμβαίνει δραματουργικά. Αυτό έκανα και τότε. Μπορεί να είχα μπλέξει διάφορες σκηνές.
Αλήθεια, είναι κάτι που το έχεις στο μυαλό σου να το κάνεις; Να καταπιαστείς με ένα κείμενο, ένα θεατρικό έργο;
Μου έχει περάσει από το μυαλό, ναι. Δεν έχω κάποιο έργο συγκεκριμένο στο μυαλό μου.. Αλλά είμαι ανοιχτός σε αυτό. Σκέφτομαι ότι μπορώ να ανεβάσω ένα κείμενο και χωρίς το κείμενο. Δεν είναι μόνο τα λόγια που έχει ένα κείμενο, είναι και η ψυχή, η δραματουργία και πολλά ακόμα. Είμαι πολύ ανοιχτός στο να ανεβάσω κάποια στιγμή ένα έργο, με τον δικό μου όμως τρόπο, όπως ο καθένας το κάνει με το δικό του τρόπο. Εννοώ ακόμα και αφαιρώντας τα λόγια ή κρατώντας λίγα.
Ξέρεις ότι ο «Άμλετ» ήταν η μοναδική θεατρική παράσταση που έκανε ο Ταρκόφσκι.
Αλήθεια, το μοναδικό πράγμα που έκανε ποτέ στο θέατρο; Ψέματα λες! Πρώτη φορά το ακούω αυτό.
Με Άμλετ τον αγαπημένο του Ανατόλι Σολονίτσιν, πρωταγωνιστή στον «Καθρέφτη», το «Στάλκερ»…
Απίστευτο!
Υπάρχει φιλμαρισμένη η σκηνή της κρεβατοκάμαρας της Γερτρούδης.
Είναι υπέροχο έργο. Γι αυτό είχα ενθουσιαστεί όταν μας το είχε φέρει η Ιώ και ήθελα να σκηνοθετήσω. Έχει κάτι πολύ κινηματογραφικό ο Άμλετ, λες και είναι σενάριο. Επίσης, ο κινηματογράφος είναι κάτι που με ελκύει πάρα πολύ – πολλές φορές μου αναφέρουν τον κινηματογράφο σε αυτά που βλέπουν οι θεατές στα δικά μου έργα. Δεν μου το αναφέρουν οι κινηματογραφιστές, αλλά το κοινό. Και η αλήθεια είναι ότι η πρώτη μου απόπειρα στη σκηνοθεσία είναι ένα μικρού μήκους που είχα κάνει και είχε πάει στο Φεστιβάλ ταινιών Μικρού Μήκους στα Τίρανα. Είχα διαγωνιστεί κανονικά, την είδε κόσμος.

Πότε;
Αυτό έγινε το 2021. Είναι το πρώτο πράγμα που σκηνοθέτησα και δεν το θεωρώ τυχαίο ότι το πρώτο πράγμα όπου έδωσα κάποιες οδηγίες ή επέλεξα πώς θα φανεί κάτι είχε να κάνει με το σινεμά. Εγώ κινηματογραφούσα. Ήταν μια ταινία 8 λεπτών και την έδειξα τότε στο φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους στα Τίρανα. Την είχα στείλει και τη δέχτηκαν. Το έκανα γιατί ήταν ήθελα να δει και ο πατέρας μου κάτι από μένα πριν πεθάνει. Το έδειξα τέλος Σεπτέμβρη και ο πατέρας μου πέθανε αρχές Οκτώβρη. Ήταν ο μόνος τρόπος για να δει ο πατέρας μου κάτι από εμένα. Και ήλπιζα να τη δεχτούν. Είναι μια απίστευτη ιστορία που δεν την έχω πει ποτέ σε κανέναν. Μόνο οι φίλοι μου την ξέρουν. Εγώ αυτή την ταινία την είχα στείλει σε δύο φεστιβάλ: στο Φεστιβάλ Δράμας και στο Φεστιβάλ στα Τίρανα. Στο Φεστιβάλ Δράμας λοιπόν, όταν έστειλα την ταινία ήλπιζα ότι θα την πάρουν. Δεν ξέρω για ποιο λόγο. Ήταν κάτι πολύ χειροποίητο. Όσοι φίλοι μου κινηματογραφιστές το είχαν δει, μου έλεγαν ότι αυτή η ταινία θα πάει πάρα πολύ καλά, θα βραβευτεί σίγουρα. Και το είχα πιστέψει πάρα πολύ ότι θα πάμε στη Δράμα με την ταινία. Και τότε ήταν η πρώτη απόρριψη: δεν τη δέχτηκαν καν την ταινία! Στο φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους στα Τίρανα τη δέχτηκαν ευτυχώς, γιατί αλλιώς ο πατέρας μου δεν θα είχε δει ποτέ κάτι δικό μου. Έτσι στην προβολή ήρθε ο πατέρας μου, είχε ταξιδέψει και η μητέρα μου από την Ελλάδα στα Τίρανα για να το δει και είδαν πρώτη φορά κάτι που έχω φτιάξει εγώ. Ήταν μια πειραματική ταινία με αφήγηση από πάνω, χωρίς λόγο από τους ερμηνευτές. Ασπρόμαυρη.
Mario, πόσο έχεις ζήσει εδώ, πόσο έχεις ζήσει εκεί και αυτό το «δίπορτο» τι ρόλο έχει παίξει σε όσα έχεις κάνει;
Εδώ γεννήθηκα. Μετά από κάτι μήνες με έστειλε η μητέρα μου στην Αλβανία, στη γιαγιά μου και μεγάλωσα μαζί της μέχρι τα πεντέμισι-έξι. Μετά γύρισα στην Αθήνα και μεγάλωσα εδώ από τα 6 μου μέχρι τώρα. Σίγουρα έχει παίξει ρόλο στο χαρακτήρα μου -αν είναι αλήθεια ότι το βασικό κομμάτι του χαρακτήρα διαμορφώνεται μέχρι τα 4 ή 5. Έχω μεγαλώσει με τη γιαγιά μου σε ένα σπίτι που έξω είχε ένα οικόπεδο που φύτευε τα λαχανικά και τα φρούτα της, που είχε κοτέτσι… Άνοιγε τα μαξιλάρια κάθε Κυριακή για να τα δει ο ήλιος και να αερίσει το βαμβάκι και μετά το ξαναβάζαμε μέσα στα μαξιλάρια. Έχω ζήσει έτσι μέχρι τα πεντέμισι. Πιστεύω ότι με έχει επηρεάσει στον τρόπο που βλέπω τα πράγματα. Είναι σαφώς πιο ήρεμος, χωρίς βιασύνη. Τα αυθεντικά του βλέμματός μου νιώθω ότι τα έχω πάρει από την ανατροφή μου, από τη γιαγιά μου. Το ότι ήταν μια ήρεμη γυναίκα που περπατούσε αργά. Οτιδήποτε έκανε, το έκανε αργά. Γι αυτό και εμένα δεν μου αρέσει να βιάζομαι σ αυτό που κάνω. Γι αυτό δεν σκηνοθετώ μια παράσταση κάθε έξι μήνες ή κάθε χρόνο. Από το «Taverna Miresia» μέχρι το «Μάμι» πήρε ενάμιση με δυο χρόνια κενό. Τώρα, το επόμενο δεν ξέρω καν πότε θα ναι. Δεν οργανώνω κάτι. Γενικά δεν μου αρέσει αυτή η βιασύνη στο κομμάτι της τέχνης. Εγώ δεν μπορώ να εκφραστώ έτσι.
Με συγκινεί πάρα πολύ αυτό που λες. Μου θυμίζει μια ιστορία που μου είχε πει ο Μπομπ Ουίλσον. Ο Γουίλσον ήταν παιδί πετρελαιά από το Ουέικο του Τέξας με φοβερή πίεση από το σπίτι. Ως αποτέλεσμα στο σχολείο ήταν απομονωμένος. Από την πίεση τραύλιζε. Μέχρι που βρέθηκε μια δασκάλα στο σχολείο. Τον έπιασε από το χέρι και του είπε: «Take your time. Μην βιάζεσαι. Πήγαινε αργά». Πες μου τώρα ότι αυτό δεν έχει να κάνει με τις 15 ή 22 ώρες που κρατούσε μια δική του παράσταση. Έπαιρνε το χρόνο του.
Απίστευτο. Έχω πάθει σοκ τώρα.

Ενώ δεν είχαμε μιλήσει ποτέ γι αυτό το διάστημα της ζωής σου που μεγάλωσες με τη γιαγιά σου, οι εικόνες, η εικονογραφία υπάρχει και διακρίνεται στη δουλειά σου.
Ναι, γιατί πάντα μου άρεσε. Θα ονόμαζα τον εαυτό μου παρατηρητή. Πάντα μου άρεσε να παρατηρώ γενικά, και ακόμα μου αρέσει. Μου αρέσει να είμαι στη σκιά των πραγμάτων και να τα παρατηρώ. Από το να παρακολουθήσω δύο άτομα σε ένα τραπέζι πώς πίνουν τον καφέ τους, μέχρι το πώς τρώει κάποιος, πώς έχει ντυθεί, πώς μπαίνει το φως μέσα στο σπίτι. Μ αρέσει πάρα πολύ. Δεν βαριέμαι καθόλου. Ενώ κάποιον μπορεί να τον βάλεις κάπου μόνο του και να θέλει απαραίτητα να μιλήσει σε κάποιον, να κάνει κάτι. Μου αρέσει και η απραξία. Απλά κάθομαι και παρατηρώ. Και είναι κομμάτι των παραστάσεων. Και επίσης προσπαθώ να παίρνω χρόνο στις εικόνες που δείχνω. Ναι μεν υπάρχει πολλή πληροφορία, αλλά στην αρχή νιώθω ότι θέλω να παίρνω χρόνο και στη «Ragada» και στο «Goodbye Lindita» όπου τα πρώτα 15 λεπτά οι άνθρωποι απλά διπλώνουν ρούχα. Μου αρέσει να παίρνω τον χρόνο αυτό.
Μα εδώ που τα λέμε, ο χρόνος που χρειάζεται μια σκηνή είτε στο θέατρο είτε στο σινεμά, οπουδήποτε, δεν είναι ο χρόνος που απαιτείται από την ίδια;
Από το πιο απλό, όπως το να δεις έναν άνθρωπο να διπλώνει ρούχα. Τι κρύβει αυτό από κάτω του; Τι έχει να παρατηρήσει κανείς; Γιατί πολλοί θεατές είχαν συνδεθεί με το δίπλωμα των ρούχων; Γιατί τους θύμισε κάτι πολύ δικό τους;
Ξέρεις ότι όλη η πρώτη σκηνή από την «Πλατεία Ηρώων» του Τόμας Μπέρνχαρντ είναι μια υπηρέτρια η οποία σιδερώνει πουκάμισα; Και μάλιστα όταν το είχε σκηνοθετήσει ο Κρίστιαν Λούπα, αυτό έπαιρνε μια ώρα. Ήταν τέσσερις ώρες παράσταση.
Ουάου! Μ αρέσει πολύ αυτό που μου λες.
Είναι συγγένειες οι οποίες δεν είναι συνειδητές. Είναι σαν κάποια πράγματα να κυκλοφορούν στον αέρα. Προφανώς έχουν κάποια δική τους αλήθεια η οποία ισχύει για σένα, για εκείνον, για κάποιον άλλο, κάπου αλλού.
Τι ωραίο πράγμα που είναι η έμπνευση και να εμπνέεσαι και από άλλους καλλιτέχνες, είτε γνωρίζοντάς το, είτε όχι, είτε έχετε συνδεθεί με ένα καλλιτέχνη και έχετε σκεφτεί την ίδια εικόνα την ίδια στιγμή! Με άλλο τρόπο θα το σκηνοθετήσεις εσύ. Αυτή η ερώτηση με έχει προβληματίσει θετικά. Γιατί κρίνουμε τόσο πολύ ένα σκηνοθέτη θεάτρου ή κινηματογράφου που μπορεί να έχει εμπνευστεί από έναν άλλο σκηνοθέτη, ενώ τόσοι δημιουργοί, ζωγράφοι, έχουν εμπνευστεί –οριακά έχουν αντιγράψει- έργα δασκάλων τους, πολύ μεγάλων ονομάτων και αυτό ποτέ δεν μας προβλημάτισε. Ίσα-ίσα, λέγαμε: τι ωραίο που ο τάδε ζωγράφος έχει εμπνευστεί από τον δείνα, και μετά εξέλιξε το έργο του κάπου αλλού!
Ένας από τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες θεάτρου του 20ου αιώνα, ο Πολωνός Ταντέους Κάντορ, μεγάλωσε σε μια μικρή πόλη, το Βιελοπόλε. Όλο του το έργο ουσιαστικά είναι εικόνες από αυτήν την πόλη. Εκεί υπήρχε παλιά ένα θέατρο που λεγόταν Cricot. Εκείνος ονόμασε το δικό του θέατρο Cricot 2. Μια συνέχεια: βρήκα κάτι και συνεχίζω από κει. Το βρίσκω φοβερό μάθημα ταπεινότητας, αλλά για το πως λειτουργούν τα πράγματα. Γιατί έχουμε φτάσει σε ένα σημείο που όλοι είναι αυτοφυείς πια. Κανένας δεν έχει τίποτα πίσω του: δεν έχει παρελθόν, δεν έχει δασκάλους.
Να εφεύρουμε. Λες και είμαστε φυσικοί ή βιολόγοι και πρέπει να εφεύρουμε το φάρμακο! Όντως πολύ ωραίο αυτό. Το ονόμασε Cricot 2. Τόσο απλά…

Αλήθεια, υπάρχουν καλλιτέχνες που σε έχουν επηρεάσει, που βρίσκεις κάπου στη δουλειά σου τα χνάρια τους;
Σίγουρα. Που με εμπνέουν, δηλαδή. Σπουδάζοντας πήγαινα και έβλεπα παραστάσεις του Δημήτρη Παπαϊωάννου, του Νίκου Καραθάνου, της Λένας Κιτσοπούλου. Υπήρχαν σκηνοθέτες που με ενέπνεαν. Έλεγα αχ, τι ωραίες δουλειές! Αυτό και μόνο με έκανε να θέλω να βρω κι εγώ τη δική μου γλώσσα, να βρω κι εγώ τον δικό μου τρόπο να πω κάτι. Ο Ευριπίδης Λασκαρίδης, που ήμουν και βοηθός του! Με έχει επηρεάσει πολύ, έτσι άρχισα να μαθαίνω τι εστί δουλειά στο θέατρο. Πραγματική δουλειά. Ή ο Παπαϊωάννου. Πήγαινα στη Στέγη και χάζευα από την πλατεία τις παραστάσεις του.
Τους Nova Melancholia τους είχες δει ποτέ πριν βρεθείς να παίζει στο «Marcel Duchamp»; Ήταν και η πρώτη φορά που σε είδα.
Πιστεύω ότι με επηρέασαν πολύ οι Nova Melancholia. Αλλά και «Τα φώτα της πόλης» όπου έπαιξα, η παράσταση της Αμαλίας Μπένετ, που ήταν επίσης μια παράσταση χωρίς κείμενο. Όχι, τους Nova Melancholia δεν τους ήξερα σχεδόν καθόλου. Είχα ακούσει το όνομα τους και πήγα στην ακρόαση που κάνανε χωρίς να τους ξέρω. Έκανα την ακρόαση και μετά από δυο τρεις μέρες μου είπανε: θέλουμε να είσαι μαζί μας. Κάνανε ακροάσεις μετά από χρόνια, δεν είχαν ξανακάνει εδώ και καιρό. Και έτσι βρέθηκα να δουλεύω μαζί τους στο «Marcel Duchamp». Και είχα περάσει φανταστικά.
Το είχα δει σε μια γκαλερί στο Κουκάκι.
Ναι, παίζαμε σε γκαλερί! Κι αυτό ήταν επίσης πολύ ωραία εμπειρία: έπαιξα σε μια παράσταση ως ερμηνευτής, αλλά όχι σε θέατρα, σε γκαλερί. Πηγαίναμε από γκαλερί σε γκαλερί, σαν νομάδες!

Από πολύ νωρίς με το «Goodbye Lindita» βγαίνεις εκτός Ελλάδας. Για ένα τόσο νέο παιδί, το φαντάζομαι ονειρεμένο και ταυτόχρονα -ίσως και ολίγον τρομακτικό. Πώς ήταν την πρώτη φορά;
Το πρώτο ταξίδι που πήγαμε ήταν στο Bitef στη Σερβία, που είναι και ένα ιστορικό φεστιβάλ, πολύ σημαντικό. Ήταν από τις πιο αξέχαστες εμπειρίες. Ήταν τόσο συγκινητικό… Πρώτη φορά ταξίδευα με παράσταση μου στο εξωτερικό. Ήταν για μένα πολύ σημαντικό γεγονός. Και θυμάμαι ότι μισή ώρα πριν βγούμε να παίξουμε, είχα πάει έξω από το θέατρο στο backstage για να πάρω λίγο αέρα. Ήταν Οκτώβρης. Και θυμάμαι ότι είδα μια πολυκατοικία που έμοιαζε πολύ με τις πολυκατοικίες της Αλβανίας -είχε πολλά κοινά γενικά η Σερβία. Έμοιαζε πάρα πολύ με την παράσταση, με το σπίτι του πατέρα μου. Και ήταν ένα παράθυρο που ήταν ακριβώς ίδιο το παράθυρο του πατέρα μου, ανοιχτό το παράθυρο, μια κουρτίνα που ανέμιζε σχεδόν η ίδια. Δεν το θεώρησα τυχαίο. Συμβολικά το είδα. Οριακά περίμενα ότι θα βγει ο πατέρας μου και η Λιντίτα να με χαιρετήσουν. Μετά πήγαμε να παίξουμε και ζήσαμε ένα συγκλονιστικό γεγονός: το τελευταίο δεκάλεπτο οι θεατές είχαν σηκωθεί όρθιοι κατά την διάρκεια της παράστασης. Όχι στο χειροκρότημα! Τα τελευταία 10 λεπτά οι θεατές ήταν όρθιοι, έβλεπαν όρθιοι το τέλος της παράστασης. Ήταν πολύ συγκινητικό και το Q&A που έγινε μετά. Ο κόσμος καθόταν στα σκαλιά του θεάτρου. Είχαμε πάρει το βραβείο κοινού και το βραβείο της Επιτροπής. Αυτά τα βραβεία τώρα είναι στο Εθνικό Θέατρο.
Έχει πολύ συζητηθεί ότι το θέατρό σου έχει να κάνει πολύ με τις μνήμες, με τις εμπειρίες σου. Το βρίσκω απολύτως θεμιτό, γιατί το ζήτημα είναι το φίλτρο μέσα από το οποίο περνάει κανείς αυτά που έχει ζήσει. Υπάρχουν καλλιτέχνες οι οποίοι λένε την ίδια ιστορία ή κομμάτια της σε όλη τους σχεδόν την πορεία. Κατ’ εμέ ο Ταρκόφσκι είναι μια τέτοια περίπτωση, όπως κι ο Αγγελόπουλος. Εσύ το βλέπεις κάπως έτσι;
Προς το παρόν για μένα είναι ο μόνος τρόπος που συνδέομαι για να δημιουργήσω κάτι. Αν είναι κάτι που δεν με αφορά, που δεν είναι από τη ζωή μου, δεν έχει να κάνει με την αλήθεια μου, δεν με εξιτάρει. Μου έχουν έρθει προτάσεις να σκηνοθετήσω έργα με ηθοποιούς που δεν είναι από την ψυχή μου, αλλά είναι σαν παραγγελία. Πάντα καταλήγω να μην τα κάνω. Προς το παρόν οτιδήποτε φτιάχνω, θέλω να έρχεται από τη ζωή μου, να με απασχολεί, να είναι κάτι που να το έχω βιώσει για να μπορέσω να μιλήσω γι αυτό. Ακόμα και πράγματα που σκέφτομαι για το μέλλον, πάλι έχουν να κάνουν με τη ζωή μου. Αλλά το ότι έχει κάτι να κάνει με τη ζωή σου δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είναι μια αυτοβιογραφική παράσταση. Εν τέλει, ναι μεν αυτά που φτιάχνω και δημιουργώ είναι από τις μνήμες μου και τις αναμνήσεις μου, αλλά αυτό το ξέρει ο κόσμος λόγω του ότι το λέω σε συνεντεύξεις. Αν δεν το έλεγα μπορεί και να μην το ήξεραν.
Μέσα σ όλα αυτά, πιθανολογείς κάποια στιγμή να χρησιμοποιείς και λόγο;
Δεν είναι κάτι που είπα ότι ποτέ δεν θα το κάνω. Ίσα-ίσα, είμαι πολύ ανοιχτός στο να το δοκιμάσω κάποια στιγμή. Αλλά να μου προκύψει φυσικά. Όσο αυτό θα γίνεται ως παραγγελία -που δεν γίνεται, ευτυχώς- τόσο εγώ θα προβάλω αντίσταση: δεν θα το κάνω επειδή μου το ζητάτε, αλλά αν προκύψει φυσικά θα το κάνω.

Όλη αυτή την επιτυχία- και σε επίπεδο εισιτηρίων, πέραν της καλλιτεχνικής- την ένιωσες ποτέ σαν πίεση; Αναρωτήθηκες μήπως αυτό είναι ταυτόχρονα ευλογία και απειλή;
Όχι, η αλήθεια είναι πως δεν το είδα ποτέ σαν απειλή. Το είδα σαν ένα πολύ ωραίο γεγονός το ότι μαζεύονται κι άλλοι άνθρωποι και δημιουργείται ένα κοινό που θα περιμένει και το επόμενο. Και είναι πιστοί σε αυτό που κάνω και το σέβονται. Αλλά αυτό που μου φαίνεται πολύ συγκινητικό είναι ότι μου στέλνουν μηνύματα. Με συναντά κόσμος στον δρόμο -στην αρχή όταν συνέβαινε πάθαινα ένα μικρό σοκ, αναρωτιόμουν αν όντως συμβαίνει. Μπορεί να πάω με έναν φίλο μου ή με τη μητέρα μου να φάμε και να τύχει η σερβιτόρα να είναι ηθοποιός και να μου πει: «Θαυμάζω πολύ τη δουλειά σου. Ετοιμάζεις κάτι καινούριο; Θα ήθελα πολύ να το δω» Ή «Θα επαναληφθεί αυτό;». Αυτό δεν με έχει αγχώσει ποτέ. Μου δημιουργεί χαρά.
Ως μέρος του κοινού κι εγώ, δεν μπορώ να μην ξαναρωτήσω: τη «Ragada» θα την ξαναδούμε;
Θέλω πολύ. Είναι ένα από τα πλάνα μου. Θέλω πάρα πολύ να την ξαναζωντανέψω, να την αναστήσω. Κάποια στιγμή θα συμβεί σίγουρα, αλλά ακόμα δεν ξέρω πότε. Είναι πολύς κόσμος που με ρωτάει για αυτή.

Εκτός από την υπέροχη ιστορία που μου είπες για το Bitef, υπάρχει κάτι άλλο που συνέβη κατά τις περιοδείες των παραστάσεων σου το οποίο να σου έρχεται στη μνήμη τώρα;
Θυμάμαι στο Άμστερνταμ μια γυναίκα που καθόταν δίπλα μου όσο παίζαμε το «Goodbye Lindita» και έκλαιγε κατά τη διάρκεια της παράστασης. Σε κάποια στιγμή της κράτησα το χέρι, προς το τέλος, λίγο πριν ανέβω στη σκηνή, και αυτή δεν αντιστάθηκε. Ένιωσα ότι θέλω να της κρατήσω το χέρι και παράλληλα ένιωθα περίεργα κάνοντας αυτήν την κίνηση, αλλά το έκανα και παρακολουθούσαμε μαζί την παράσταση. Ήταν μια πολύ συγκινητική στιγμή. Στην Αβινιόν ήταν από κάτω η Ιζαμπέλ Ιπέρ, η Σοφί Καλ, που τη θαυμάζω πάρα πολύ σαν καλλιτέχνιδα. Έβλεπα τον Όστερμάγιερ και ήταν ο πρώτος από το κοινό που σηκώθηκε για να χειροκροτήσει όρθιος. Μετά τον γνώρισα και προσωπικά. Ήταν πολύ συγκινητικά τα λόγια του. Έχουν συμβεί διάφορα που με έχουν συγκινήσει και με έχουν σοκάρει -με την καλή έννοια. Στο Λονδίνο ήταν οι αδερφές μου από κάτω όταν πήγαμε τώρα με το «Taverna Miresia». Αναμένω κάθε φορά που πάμε σε μια χώρα να δω ποια έκπληξη θα αντιμετωπίσουμε. Κάτι ιδιαίτερο που θα γίνει με το κοινό. Μια έγκυος γυναίκα που θα φύγει κλαίγοντας. Ένας κύριος που θα φύγει επειδή απεικονίζουμε την Παναγία επί σκηνής ως μια μαύρη γυναίκα. Αυτό έχει συμβεί στην Ελλάδα βέβαια!
