Μπαίνουμε ήδη σε αυτό που πλέον ονομάζεται “δεύτερη σαιζόν”, και είναι κοινή διαπίστωση πως η πρώτη αφήνει πίσω της ορυμαγδό: πολλές παραστάσεις εξεμέτρησαν το ζην προώρως λόγω της συνολικά μειωμένης προσέλευσης κοινού -από μεγάλες, πολυέξοδες και φιλόδοξες, πολυπρόσωπες παραγωγές, μέχρι αυτοσυντηρούμενες μικρομεσαίες παραστάσεις όπου τα εισιτήρια δεν επαρκούσαν για να καλύψουν τα πάγια έξοδα. Σε μια θεατρική Αθήνα που λειτουργεί πλέον με όρους σκληρού καπιταλισμού, δεν αποτελεί έκπληξη η ισχύς ενός βασικού του κανόνα: η υπερβολική προσφορά έρριξε τη ζήτηση. Και βέβαια, η διαρκής και ακατάπαυστη παραγωγή νέων παραστάσεων είχε σοβαρά -έως τραγικά- αποτελέσματα πάνω στην ποιότητα του τελικού αποτελέσματος. Μια από τις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης έχει την κακή συνήθεια να σου υπενθυμίζει τις προ έτους αναρτήσεις σου. Στη δική μου περίπτωση, τις ημέρες των εορτών ανέσυρε ένα άρθρο μου προ 12 μηνών όπου ανέφερα μια δωδεκάδα (+3, παρακαλώ!) παραστάσεων του πρώτου μισού της σαιζόν που θα άξιζε -εφ’ όσον παίζονταν ακόμα- να δει κανείς. Αν διέπραττα το ατόπημα να γράψω φέτος κάτι αντίστοιχο, ο αριθμός αυτών των παραστάσεων θα ήταν δύο ή τρεις!
Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο το γεγονός ότι το κοινό, έχοντας προφανώς κουραστεί από αλλεπάλληλες απογοητεύσεις, έχει μειώσει τις θεατρικές του εξορμήσεις, περιορίζοντάς τες σε όσα θεωρεί -ή εκπαιδεύτηκε να θεωρεί- “σίγουρα” (κάπως έτσι εξηγούνται και κάποια sold out). Ούτε και το ότι το ενεργό θεατρικό κοινό που κρατά ζωντανή τη σκηνή της Αθήνας -αλήθεια, για πόσα άτομα να μιλάμε άραγε εν συνόλω;- προφανώς δεν επαρκεί για να συντηρήσει το υδροκέφαλο ετήσιο προϊόν της πρωτεύουσας. Είναι και η θλιβερή διαπίστωση πως η ποιότητα πέφτει ραγδαία.

Τι να φταίει άραγε γι αυτό; Αφενός, η εξάντληση σκηνοθετών, ηθοποιών και λοιπών επαγγελματιών του χώρου λόγω αδιάκοπης και μακρόχρονης εξαντλητικής εργασίας, αυτού που στο χωριό μου στη Μάνη ονομάζουμε burnout. Πόσες φορές το χρόνο, και επί πόσα συναπτά έτη, μπορείς να απαιτείς από έναν καλλιτέχνη να βγάζει ένα λαγό από το καπέλο του; ούτε και ο πλέον φρενιτωδώς εργαζόμενος σκηνοθέτης, ο πιο ευφάνταστος ηθοποιός, ο πλέον αχαλίνωτος σκηνογράφος δεν μπορεί να παραγάγει ένα θαύμα πολλάκις ετησίως. Κι η απαίτηση αυτή πηγάζει από δύο κατευθύνσεις. Η μία είναι οι ανάγκες του βιοπορισμού: αν κάποτε μια παράσταση το χρόνο αρκούσε για να εξασφαλίσει σχετικά αξιοπρεπώς τα προς το ζην στους συντελεστές της, τώρα τα χρήματα δεν φτάνουν ούτε για ζήτω: η δραματική μείωση των αμοιβών, το βραχύβιο των παραστάσεων αλλά και η ραγδαία αύξηση του κόστους ζωής άλλαξαν άρδην τα δεδομένα.
Αφετέρου, καταλυτική υπήρξε η είσοδος στο χώρο ενός μικρού αριθμού επιχειρηματιών που κατέχουν έναν πολύ μεγάλο αριθμό αιθουσών, και οι οποίοι -ως, άλλωστε, οι ίδιοι επαίρονται σε πρώτη ευκαιρία- δεν γνωρίζουν από θέατρο αλλά …εμπιστεύονται το ένστικτό τους, και δεν στοχεύουν παρά μόνο στο άμεσο, μεγάλο και άνευ όρων κέρδος, υπό τους όρους ενός άλλου είδους καπιταλισμού που είναι, άλλωστε, εξαιρετικά της μόδας τα τελευταία χρόνια: του λεγόμενου disaster capitalism -κοντολογίς, υπερ-αρμέγω την αγελάδα όλο και περισσότερες φορές την ημέρα, την εξαντλώ μέχρις εσχάτων και μετά την πυροβολώ στο κεφάλι και πάω παρακάτω.
Δεν θα κάνω το λάθος να διατυπώσω ανεδαφικές απόψεις, υποστηρίζοντας πως άλλο η τέχνη κι άλλο οι επιχειρήσεις και πως μόνο καλλιτεχνικά κριτήρια πρέπει να διέπουν το χώρο του θεάτρου. Όμως -ελλείψει κανόνων γενικών και απαρέγκλιτων- δεν μπορώ να μην αναρωτιέμαι τι είχαν συμφωνήσει, τι δικαιούνταν και τι πληρώθηκαν οι ηθοποιοί των παραστάσεων που κατέβηκαν πριν την ώρα τους. Οι επικρατούσες εργασιακές σχέσεις είναι ένα κεφάλαιο τόσο πολύπλοκο και σκοτεινό που δεν τολμώ να το θίξω γιατί κινδυνεύω να εκτεθώ ως αδαής.

Αυτά πάντως που γνωρίζω είναι τα ακόλουθα: από πολυάριθμες δραματικές σχολές που λειτουργούν υπό στοιχειώδη – αν όχι πλημμελή- έλεγχο, αποφοιτεί κάθε χρόνο ένας σημαντικός αριθμός νέων ηθοποιών. Γνωρίζοντας τις συνθήκες που επικρατούν στο χώρο, καθώς και το γεγονός πως κανείς δεν πρόκειται να τους καλέσει σε ακροάσεις, δημιουργούν ομάδες και αγωνίζονται να κάνουν με το υστέρημά τους παραστάσεις που θα λειτουργήσουν ως η δική τους εν δυνάμει ακρόαση: ίσως κάποιος σκηνοθέτης, παραγωγός ή κριτικός να τους δει και να έχουν μια καλύτερη τύχη. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που έχουμε τόσες πολλές παραστάσεις. Όμως, σε ότι αφορά την κριτική, λίγοι συνάδελφοι ξεστρατίζουν από τα γνωστά και θεσμικά θέατρα ώστε να δουν τι ακριβώς κάνουν οι ομάδες αυτές. Μοναδικοί συνήθως ωφελημένοι, οι κάτοχοι θεατρικών αιθουσών, τις οποίες συχνά ενοικιάζουν (πανάκριβα) γυμνές, χωρίς καν το στοιχειώδη εξοπλισμό ή τεχνική κάλυψη. Οι νέες ομάδες είναι εντελώς στο έλεός τους, καθώς το Υπουργείο Πολιτισμού ουδέποτε ασχολήθηκε να αναθέσει σε δύο-τρεις ανθρώπους να παρακολουθούν αποκλειστικά αυτές τις νεανικές ομάδες και να υποστηρίζουν τις πιο υποσχόμενες από αυτές, όπως συμβαίνει σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες που αντιμετωπίζουν σοβαρά το σύγχρονο πολιτισμό τους.
Αυτοί οι κάτοχοι θεατρικών αιθουσών -οι “ντουβαράδες”, που έλεγε ο αξέχαστος Βασίλης Παπαβασιλείου- είναι οι ωφελημένοι και σε άλλες περιπτώσεις. Στις δικές τους τσέπες καταλήγει κι ένα μεγάλο μέρος από τις κρατικές επιχορηγήσεις, εφόσον οι επιχορηγούμενες ομάδες αναζητούν εναγωνίως μια αίθουσα για να παρουσιάσουν την παράστασή τους εμπρόθεσμα, όπως είναι η συμβατική τους υποχρέωση, και αναγκάζονται να πληρώσουν ενοίκια συχνά παράλογα -μην επαναλαμβανόμαστε: προσφορά-ζήτηση…

Προφανώς και το ζήτημα του αδιεξόδου στο ελληνικό θέατρο δεν εξαντλείται μέσα στα πλαίσια ενός σύντομου κειμένου. Όμως, καθώς τη λύση, όπως είναι φανερό, δεν προτίθεται να δώσει ούτε το κράτος, ούτε κάποιος από τους επωφελούμενους, εναπόκειται στην ίδια τη θεατρική κοινότητα να αυτοπροστατευτεί από την ήδη διαφαινόμενη κατάρρευση, πριν να είναι πολύ αργά. Το Υπουργείο θα εξακολουθήσει να ασχολείται κυρίως με τις αρχαιότητες και την εμπορική τους εκμετάλλευση, Οι μεγαλοπαραγωγοί θα απομυζήσουν παρασιτικά ό,τι περισσότερο μπορούν από το ετοιμοθάνατο σώμα του θεάτρου, και κατόπιν θα το εγκαταλείψουν για άλλες δραστηριότητες, τις οποίες γνωρίζουν καλύτερα -ξέρουμε ποιες είναι αυτές. Απομένει στους πραγματικούς ανθρώπους του θεάτρου να σκεφτούν λύσεις πριν κληθούν να επιβιώσουν πάνω σε καμμένο έδαφος. Κατά προτίμηση, όλοι μαζί: μια μεγάλη βάρκα με πολλούς κωπηλάτες έχει περισσότερες πιθανότητες να επιζήσει από πολλές μοναχικές σχεδίες που κινδυνεύουν από το πρώτο μεγάλο κύμα που θα υψώσει ο καιρός.
Υ.Γ. Οι άσχετες φωτογραφίες της Αθήνας που συνοδεύουν το κείμενο οφείλονται σε δική μου αμηχανία: κατανοώ πως κανένα θέατρο, καμία παράσταση και κανένας καλλιτέχνης δεν θα ήθελε η εικόνα του να συνοδεύει αυτό το μάλλον δυσοίωνο κείμενο.
