Στην πρώτη σκηνή της παράστασης, ο συγγραφέας είναι νεκρός στο γραφείο του, εξεταζόμενος προσεκτικά από δύο πρόσωπα της συγγραφικής –ή και της αλκοολικής- φαντασίας του: ένας επιθανάτιος εφιάλτης. Ο Φιτζέραλντ ευαγγελίζεται το θάνατό του τέσσερα χρόνια πριν αυτός επέλθει στην πραγματικότητα –πολύ ρεαλιστικότερα από τον τρόπο με τον οποίο ο Μισέλ Ουελμπέκ περιγράφει τη φρικτή του δολοφονία στο «Ο χάρτης και η επικράτεια»- και ζωγραφίζει με σκοτεινά χρώματα την αληθινή του ζωή.

Η λέξη ρεαλισμός είναι πάντοτε πολύ καίρια όταν έχει κανείς να αντιμετωπίσει αμερικάνικα κείμενα του 20ου αιώνα, θεατρικά ή όχι: είναι αυτό που καλείται κανείς να αποφύγει, να υπερβεί, να υπερκεράσει, για να διασώσει το θεατρικό τους ανέβασμα από τη στειρότητα, την πλήξη και την πεζότητα. Τελικώς μάλλον η περίφημη φράση που ο Τέννεση Ουίλλιαμς βάζει στα χείλη της δημοφιλέστερης ηρωίδας του, αποτελούσε σκηνική οδηγία: «Δεν θέλω ρεαλισμό, θέλω μαγεία». Ο Ουίλλιαμς, ο Ευγένιος Ο’Νηλ, ο Άρθουρ Μίλλερ, αλλά κι εδώ στην περίπτωσή μας ο -μη θεατρικός- Φιτζέραλντ, χρειάζονται σκηνικές λύσεις μη περιγραφικές που να απογειώσουν τα κείμενά τους πέρα και πάνω από τη σκόνη των χώρων της γενέτειράς τους.

Ο Γιώργος Σίμωνας το πέτυχε αυτό με δύο τρόπους: αφ’ ενός με το χαμηλό φωτισμό μιας εικονογραφίας γκροτέσκας και αμφίβολης, γεμάτης με πλάσματα που η υπερβολή τους τα κάνει κατά περίεργο τρόπο πιο αληθινά, και με την ψευδαίσθηση μιας εγγύτητας –ενός ψεύτικου γκρο πλαν- που φέρνει το θεατή σε απόσταση αναπνοής από τα τεκταινόμενα. Η σκηνογραφία του ίδιου του σκηνοθέτη, αλλά και τα πανέξυπνα –αληθοφανή αλλά όχι-και-τόσο αληθινά κοστούμια της Δήμητρας Λιάκουρα, συνετέλεσαν σημαντικά προς αυτή την κατεύθυνση. Το ίδιο και οι υπαινικτικοί, ομιχλώδεις και ονειρικοί φωτισμοί του Γιώργου Βλαχονικολού.

Η σχεδόν διαρκής παρουσία όλων των ηθοποιών –δεν λέω χαρακτήρων, γιατί αρκετοί ηθοποιοί ερμηνεύουν πάνω από ένα ρόλο- είτε στο προσκήνιο, είτε στο βάθος της σκηνής, δημιουργεί μια χορική διάσταση, τόσο απαραίτητη για την τραγωδία που λαμβάνει χώρα στο πρώτο επίπεδο. Η παραμορφωμένη –από το αλκοόλ, την απογοήτευση, την αποτυχία- αίσθηση της πραγματικότητας του κεντρικού ήρωα αποκτά σάρκα και οστά κάτω από το βλέμμα του κοινού. Για μια στιγμή, είναι πραγματικότητα όσα παρουσιάζει μπροστά μας το βλέμμα του νεκρού –ή μελλοθάνατου- Σκοτ. Αμέσως μετά, δεν είναι πια. Φυσικό και επόμενο: το τσαλακωμένο του εγώ κάνει πιστευτά στον ίδιο και σε μας πράγματα αυθαίρετα, κι η περιφρονημένη και αδικημένη του ιδιοφυΐα γεμίζει αγανάκτηση μπροστά στην περιφρόνηση του περίγυρού του που παραγνωρίζει κάθε του λέξη και κίνηση, ωθώντας τον σε όλο και πιο ακραίες πράξεις, σαν να επιχειρεί ο ίδιος να δικαιώσει τον οίκτο στα βλέμματά τους. Όπως το έλεγε ο Ποιητής γράφοντας υπό το φως της δικής του απατηλής λάμπας μέσα στα μεσάνυχτα: «αισθήματα των πεθαμένων τόσο λίγο εκτιμηθέντα».

Ο σκηνοθέτης είναι, ενδεχομένως, εκείνος που φέρει την τελική ευθύνη μιας παράστασης. Όμως οι ηθοποιοί είναι οι συνδημιουργοί, αυτοί που δίνουν σάρκα και οστά σε κάτι που διαφορετικά θα έμενε σχέδιο επί χάρτου. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση, συναντάμε μια ομάδα από αυτές που μπορεί να μην είναι διάσημη, κοσμική και τηλεοπτική, αλλά καθηλώνει με την απόδοσή της: Ματίνα Περγιουδάκη –εμπειρότατη πια, έχοντας θητεύσει σε πολλές σημαντικές ομάδες, Ιφιγένεια Γρίβα, Σίσσυ Μαράθου, Αχιλλέας Βατρικάς, Μιχάλης Ζαχαρίας, Δημήτρης Μπαλασάκης, κι ο ίδιος ο Γιώργος Σίμωνας με τα ντελιριακά –κι όμως σωστά!- γεωργιανά του. Εφόσον μιλήσαμε για χορό, κορυφαίος του χορού επάξια ο Γιάννης Γιαννούλης, ένας ηθοποιός που αξίζει να γίνει γνωστότερος από ότι είναι.

Ο Γιώργος Σίμωνας και η Τώνια Ράλλη δημιούργησαν την Ομάδα Νοσταλγία εδώ και πολλά χρόνια –πάνω από 25- και κλείνουν δεκαπενταετία στο θέατρο Rabbithole. Η μακροβιότητα και η επιμονή είναι ήδη σημαντικά εύσημα. Όμως το πιο σημαντικό είναι η εξέλιξή τους: το γεγονός πως σήμερα βρίσκονται στην καλύτερή τους στιγμή. Έχουν πλέον υπερβεί τις όποιες ανωριμότητες, τις αναπόφευκτες «παιδικές ασθένειες» που μαστίζουν όλους σχεδόν τους καλλιτέχνες στα νεανικά τους βήματα, και μοιάζουν ικανότεροι, σαφέστεροι, πιο ευθύβολοι από ποτέ. Όσοι γνωρίζουμε την εικόνα και τις συνθήκες που επικρατούν στη θεατρική Αθήνα το 2026, θαυμάζουμε το κουράγιο τους: θα μπορούσαν να έχουν εξελιχτεί σε απλούς «κατόχους θεατρικής αίθουσας», ή να επαναλαμβάνουν μονόχορδα και μονότονα τον εαυτό τους, αυτοθαυμαζόμενοι που παραμένουν ζωντανοί μέσα σε αυτό το χάλι. Δεν το έπραξαν, κι εξακολουθούν να κυνηγούν ένα όραμα και –γιατί να φοβηθώ τη λέξη;- να ονειρεύονται. Τους εύχομαι καλό κουράγιο, γιατί, ως γνωστόν, οι ευθύνες ξεκινούν από τα όνειρα.

«Η Κατάρρευση» του Φ. Σ. Φιτζέραλντ παίζεται στο θέατρο Rabbithole (Γερμανικού 20, Μεταξουργείο) από Παρασκευή ως Κυριακή.  Διασκευή – σκηνοθεσία –  σκηνογραφία: Γιώργος Σίμωνας. Κοστούμια: Δήμητρα Λιάκουρα.  Φροντιστήριο: Ηώς Αντωνοπούλου. Μουσική: Τώνια Ράλλη. Φωτισμοί – Video: Γιώργος Βλαχονικολός. Βοηθός σκηνοθέτη: Όλγα Ζιάζιαρη. Ηθοποιοί: Γιάννης Γιαννούλης, Ματίνα Περγιουδάκη, Ιφιγένεια Γρίβα, Σίσσυ Μαράθου, Αχιλλέας Βατρικάς, Μιχάλης Ζαχαρίας, Δημήτρης Μπαλασάκης, Γιώργος Σίμωνας. Περισσότερες πληροφορίες και εισιτήρια: Η κατάρρευση | Εισιτήρια online! | More.com