Υπάρχουν στο δραματολόγιο κάποια έργα αδιανόητων διαστάσεων, όχι επειδή είναι μεγαλύτερα από τη ζωή –larger than life, που λένε και στο χωριό μου στη Μάνη- αλλά επειδή είναι ακριβώς όπως η ζωή: τοιχογραφίες της εποχής τους, συχνά ερήμην των προθέσεων του συγγραφέα, με απίστευτες λεπτομέρειες που καταδεικνύουν το μεγαλείο και τη γελοιότητά τους. Ίσως αυτή η γελοιότητα είναι που οδήγησε τον Τσέχωφ να θεωρεί πως τα έργα του είναι κωμωδίες. Ίσως και να είναι, παρόλο που το (πικρό) γέλιο σπάνια εμφανίζεται στα χείλη του θεατή: συνήθως εγκαταλείπει την αίθουσα με δάκρυα στα μάτια –όπως συνέβη και σε μένα σε αυτή την περίπτωση.

Στον «Βυσσινόκηπο», το κύκνειο άσμα του συγγραφέα, όλα τα πρόσωπα είναι γελοία σε βαθμό ακραίο, και η παράσταση του Έκτορα Λυγίζου δεν φοβάται να το εκθέσει ανηλεώς. Γελοία η Λιούμποφ Αντρέγιεβνα (Αμαλία Μουτούση), που συστηματικά κωφεύει στις προειδοποιήσεις του Λοπάχιν για τον επερχόμενο πλειστηριασμό του κτήματος και ξοδεύει χρήματα ασύστολα, σε βαθμό παρωδιακό, αρνούμενη να κατανοήσει την πραγματικότητα, παρόλο που αυτή δεν της αφήνει πλέον περιθώρια να την αγνοεί. Περιμένει παθητικά το τέλος παραιτημένη από κάθε μέλλον, όπως υπογραμμίζει συμβολικά ο Τσέχωφ με τον πνιγμό του παιδιού της πριν από μερικά χρόνια στο ποτάμι αυτού του ίδιου κτήματος.

Γελοίος κι ο παιδαγωγός του χαμένου παιδιού, ο Πέτια Τροφίμοφ (Γιάννης Παπαδόπουλος), που ακκίζεται ως φορέας της επανάστασης και του καινούριου κόσμου, χωρίς να μπορεί καν να τελειώσει τη σχολή του ώστε να έχει ένα μέλλον με την Άνια, τη δεκαεπτάχρονη κόρη της Λιούμποφ Αντρέγιεβνα, την οποία –δεν παραδέχεται πως- έχει ερωτευτεί. Ευαγγελίζεται έναν νέο κόσμο για τον ερχομό του οποίου δεν μπορεί να κάνει το παραμικρό, πέρα από το να σιγοτραγουδά το «Le temps des cerises» (Ο καιρός των κερασιών), το εμβληματικό τραγούδι της σχετικά πρόσφατης τότε Κομμούνας των Παρισίων (1871), τόσο απρόσμενα ταιριαστό με το Βυσσινόκηπο –που άλλωστε, στα γαλλικά έχει μεταφραστεί ως La Cerisaie.

Άφατα γελοίος κι ο Λεονίντ Αντρέγιεβιτς (Γιάννης Κλίνης), αδελφός της παρηκμασμένης οικοδέσποινας,  που περιμένει μια σωτηρία εξ ουρανού: κάποια απρόσμενη κληρονομιά, τη βοήθεια μιας απρόθυμης πλούσιας θείας, τον διορισμό του με «μέσον» σε κάποια τράπεζα. Κατά τη διάρκεια της αναμονής, βυθίζεται στο αλκοόλ και την ανία, ακούγοντας με περιφρόνηση και ενόχληση τις προειδοποιήσεις του Λοπάχιν.

Ενδεχομένως γελοιωδέστερος όλων ο Γιάσα (Γιώργος Ζιάκας), ο υπηρέτης της Λιούμποφ, που πιθηκίζει τα αφεντικά του βρίσκοντας τα πάντα «Ντεμοντέ» και ικετεύοντας για την επιστροφή τους στο Παρίσι, ενόσω φλερτάρει την υπηρέτρια Ντουνιάσα κι απολαμβάνει τα αγαθά που ακόμα προσφέρει –χάρις στα δανεικά- ο ετοιμόρροπος πια Οίκος. Η κλασική περίπτωση του υπηρέτη που, παραισθητικά σχεδόν, ταυτίζεται με τα αφεντικά του.

Σχεδιασμένος από τον ίδιο το συγγραφέα ως γελοίο πρόσωπο ο Σεμιόν Παντελέγιεβιτς (Φοίβος Συμεωνίδης), που συγκεντρώνει πάνω του όλες τις ατυχίες του κόσμου –«Γκαντέμοβιτς» τον αποκαλεί ο περίγυρος- ενόσω εκείνος εκλιπαρεί για γάμο την υπηρέτρια Ντουνιάσα (Κατερίνα Πατσιάνη) που με τη σειρά της γίνεται, για ένα καλοκαίρι, ένα γελοίο μήλο της έριδος ανάμεσα σε έναν ανερμάτιστο λακέ και τον Σεμιόν που έχει καταστεί ο  περίγελως της συντροφιάς.

Η γελοιότητα της κυρίας Φιρς (Ράνια Οικονομίδου στην εκδοχή που παρακολούθησα)  – ρόλου ανδρικού στο πρωτότυπο κείμενο, που ο σκηνοθέτης επέλεξε να παιχτεί ως γυναικείος- είναι αυτή του δουλοπάροικου  που, τρομοκρατημένος μπροστά στο άγνωστο της νεοαποκτηθείσας ελευθερίας του, απορρίπτει τη χειραφέτησή του και παραμένει στην υπηρεσία μιας τάξης που σε λίγο δεν θα υπάρχει πια. Σπαταλά τις τελευταίες της δυνάμεις και εγκαταλείπεται από όλους –από την ίδια την Ιστορία, ουσιαστικά- σε ένα σπίτι πλέον έρημο, καθώς όλοι ήταν πολύ απασχολημένοι με την αναχώρησή τους για να ασχοληθούν μαζί της. Κλείνει το έργο αποκαλώντας τον εαυτό της «άχρηστο» -το ίδιο επίθετο που η ίδια χρησιμοποιούσε για τους άλλους. Ίσως πίσω από αυτό το τελευταίο κομμάτι του ταπεινότερου από τους χαρακτήρες του έργου -που είναι και τα τελευταία λόγια που μας άφησε ο Τσέχωφ πριν φύγει στα 44 μόλις χρόνια του- να κρύβεται κι ο ίδιος ο συγγραφέας. «Η ζωή μου πέρασε, σαν να μην την έζησα». Έτσι άλλωστε δεν κραυγάζει κι ο Βάνιας του; «Εγώ δεν έζησα!»

Ο Ερμολάι Λοπάχιν είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον πρόσωπο του έργου, αλλά και ο ρόλος που ο σκηνοθέτης Έκτορας Λυγίζος κράτησε για τον εαυτό του. Ο Λοπάχιν είναι το χωριατάκι, γόνος αγροίκων δουλοπάροικων, που κέρδισε χρήματα και, αφού προσπάθησε λόγω της παιδικής του αγάπης προς την Λιούμποφ Αντρέγιεβνα που τον φρόντιζε ως παιδί, να προειδοποιήσει τους ιδιοκτήτες του κτήματος για τον επερχόμενο όλεθρο, απλά αγόρασε το κτήμα ο ίδιος στον πλειστηριασμό. Η δική του γελοιότητα έγκειται στο γεγονός πως, ενώ μοιάζει να αποτελεί το μέλλον, δεν μπορεί να ξεπεράσει το δέος και το σεβασμό του μπροστά σε εκείνους που υπήρξαν αφεντικά των προγόνων του. Τόσο καταλυτικό είναι αυτό το συναίσθημα, που δεν μπορεί καν να ξεστομίσει την πρόταση γάμου προς την Βάρια, ψυχοκόρη της Λιούμποφ Αντρέγιεβνα, ούτε καν όταν η ίδια η Λιούμποφ τον εκλιπαρεί να το κάνει: το στόμα του μένει σφραγισμένο, η ευκαιρία χάνεται. Άλλωστε, η Ιστορία, αψηφώντας τους δικούς του ενδοιασμούς, θα σαρώσει και τη δική του τάξη όπως και των αφεντικών λίγα χρόνια αργότερα.

Η Βάρια (Σοφία Κόκκαλη) αποτελεί ένα από τα δύο μοναδικά τραγικά πρόσωπα του έργου: ούτε αφεντικό, ούτε υπηρέτρια, για όλους σχεδόν αρραβωνιαστικιά του Λοπάχιν, αλλά χωρίς ποτέ να έρχεται η αναμενόμενη πρόταση, παραμένει σπαρακτικά μόνη και βαδίζει προς ένα αβέβαιο μέλλον.

Η νεαρή κόρη της Λιούμποφ Αντρέγιεβνα, Άνια (Μαρία Μοσχούρη) είναι το άλλο τραγικό πρόσωπο. Χωρίς μέλλον ήδη από τη γέννησή της, είναι καταδικασμένη να ξοδέψει τη ζωή της φροντίζοντας τη χρεωκοπημένη –οικονομικά, ηθικά, ιστορικά- μητέρα της που συνεχίζει αυτιστικά το δρόμο της προς την καταστροφή. Ερωτεύεται ανέλπιδα τον Πέτια, που εκπροσωπεί ένα μέλλον που δεν θα έλθει ποτέ.

Μόνο η τρυφερότητα, η μεγαλύτερη ανθρώπινη δύναμη, μπορεί να μας κάνει να αγαπήσουμε αυτά τα γελοία πρόσωπα –όχι λιγότερο γελοίοι κι εμείς με τη σειρά μας. Η τρυφερότητα του συγγραφέα, αλλά και η τρυφερότητα του σκηνοθέτη, και των ηθοποιών προς τους πρόσκαιρους εαυτούς τους. Ίσως αυτή να είναι η μοναδική δύναμη που μπορεί να μας κρατήσει όρθιους σε έναν κόσμο που καταρρέει. Όταν την εισπράττουμε και όταν τη χαρίζουμε.

Το γεγονός πως, για πρώτη ίσως φορά όσον καιρό γράφω, τοποθέτησα τα ονόματα των ηθοποιών δίπλα σε αυτά των ρόλων, κρύπτει νουν αληθείας: πολύ σπάνια ένας τόσο πολυμελής θίασος λειτουργεί τόσο άψογα, χορικά θα έλεγε κανείς, με τον καθένα να θριαμβεύει στο ρόλο του και με το σύνολο να απογειώνεται ψηλότερα από όλους. Ο καθένας τους ΗΤΑΝ ο ρόλος, όχι με την έννοια της ανόητης μεταφυσικής που θέλει τον ηθοποιό να ταυτίζεται με το χαρακτήρα που υποδύεται, αλλά με αυτή της βαθιάς, κατακτημένης με μεγάλο κόπο γνώσης πάνω στα φυσικά και τις λεπτομέρειες του ρόλου. Ο καθένας τους κι όλοι μαζί είναι άξιοι βράβευσης. Μια επιμέρους παρατήρηση μόνο: ο σκηνοθέτης Έκτορας Λυγίζος αποφάσισε να ερμηνεύσει ο ίδιος τον Λοπάχιν. Συνήθως παρατηρώ τις προσπάθειες ενός σκηνοθέτη που επιμένει να παίξει ο ίδιος στην παράστασή του όπως αυτές ενός χειρουργού που επιχειρεί να αφαιρέσει ο ίδιος τη σκωληκοειδή του απόφυση –χωρίς αναισθησία. Εδώ πρόκειται για την εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα: είναι θαυμάσιος, όπως κι οι υπόλοιποι συμπαίκτες του. Έχω όμως μια απορία: εδώ και κάποια χρόνια, όταν τον βλέπω να παίζει και κυρίως όταν τον ακούω, νομίζω πως αναστήθηκε ο Λευτέρης Βογιατζής. Το είχα βρει ενδιαφέρον στη «Νύχτα της Κουκουβάγιας», όπου ο βαρύσκιωτος Βογιατζής είχε αφήσει ανεξίτηλο το ίχνος του στο ρόλο του Ίωνα. Όμως αυτό δεν περιορίστηκε εκεί. Δεν πιστεύω πως συμβαίνει ασυνείδητα. Γιατί λοιπόν αυτή η επιλογή; Ως διαρκής αναφορά στον αξεπέραστο Δάσκαλο; Θα ήθελα πραγματικά να ξέρω.

Μεγαλειώδες και το σκηνικό της Μυρτώς Λάμπρου, θεσπέσια φωτισμένο από τον Δημήτρη Κασιμάτη: λειτούργησε συμβολικά χωρίς υπερβολές, κατοικήθηκε άψογα χωρίς να επιβάλλεται στην παράσταση. Θα το θυμάμαι για καιρό.

Εθνικό κεφάλαιο για τον πολιτισμό μας η Ράνια Οικονομίδου.

Είναι χρέος του θεάτρου να αφηγείται αυτές τις ιστορίες, να ανατρέχει σε αυτά τα αρχετυπικά κείμενα. Πολλώ μάλλον του Εθνικού Θεάτρου, που εδώ επιτέλεσε τον προορισμό του στο ακέραιο: τυχεροί όσοι νεώτεροι θα γνωρίσουν τον «Βυσσινόκηπο» από αυτή την παράσταση.

Τυχερός και ο Έκτορας Λυγίζος που του έλαχε να είναι εκείνος που θα αφηγηθεί την ιστορία. Φάνηκε πανάξιος. Του έπρεπε αυτή η τύχη.

«Ο Βυσσινόκηπος» του Άντον Τσέχωφ παίζεται στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, Κτίριο Τσίλλερ (Αγ. Κωνσταντίνου 22-24). Μετάφραση: Χρύσα Προκοπάκη. Διασκευή – Σκηνοθεσία: Έκτορας Λυγίζος. Σκηνικά: Μυρτώ Λάμπρου. Κοστούμια: Άλκηστη Μάμαλη.
Μουσική προσαρμογή – Μουσική διδασκαλία: Λίνα Ζάχαρη.Συνεργασία στην κίνηση – Χορογραφία: Δημήτρης Μυτιληναίος. Φωτισμοί: Δημήτρης Κασιμάτης. Σχεδιασμός ήχου: Brian Coon. Δραματολόγος παράστασης: Έρι Κύργια. Βοηθός σκηνοθέτη: Εύα Βλασσοπούλου. Παίζουν (με αλφαβητική σειρά): Γιώργος Ζιάκας, Γιάννης Κλίνης, Σοφία Κόκκαλη, Έκτορας Λυγίζος, Υβόννη Μαλτέζου*, Μαρία Μοσχούρη, Αμαλία Μουτούση, Ράνια Οικονομίδου*, Γιάννης Παπαδόπουλος, Κατερίνα Πατσιάνη, Φοίβος Συμεωνίδης. *Σε διπλή διανομή. Περισσότερες πληροφορίες και εισιτήρια: ΒΥΣΣΙΝΟΚΗΠΟΣ :: TicketServices.gr